Οι κρεμάστρες

Το πρώτο τους φιλί…

Όσο άδειαζε τον Αυγουστο αυτή η πόλη τόσο ξεχώριζαν άλλες εικόνες της που χάνονταν πιο πριν στην ένταση και στο φορτίο του απρόσωπου πλήθους. Τώρα έγιναν πιο συγκεκριμένες αυτές οι ψηφίδες απ την συνολική φωτογραφία. Και τις πολύ πρωινές ώρες μπορεί κάποιος να διακρίνει τις λεπτομέρειες και να κοιτάξει καλύτερα τα πλάσματα και τις κινήσεις τους, να τα αισθανθεί πιο καλά. Να κατανοήσει, να λυπηθεί, να φοβηθεί, να θυμώσει, να νιώσει …

Στην άδεια πρωινή λεωφόρο ο πρόσφυγας έχει παρκάρει το καροτσάκι του δίπλα στον μεγάλο κάδο των σκουπιδιών. Έχει βουτήξει στην κυριολεξία μέσα του για να ψαρέψει με το αυτοσχέδιο του συρμάτινο άγκιστρο τις όποιες σακούλες σκουπιδιων υπάρχουν.

Παρατηρώ απ το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου. Σκίζει μια μια τις σακούλες.

Στην αρχή μεσα απ τα σκουπίδια ξεπετάγεται σαν έμβρυο απ την κοιλιά της μάνας του ενα γυαλινο μπουκαλι μπυρας. Το πρόσωπο του λάμπει. Έπειτα να και ένα δεύτερο και ενα τρίτο. Τα καρβουνιασμένα χέρια του που έχουν σκληρύνει απο τότε που αγκάλιαζαν τον ήλιο της μακρινής πατρίδας του δουλεύουν τώρα με πιο γρήγορους ρυθμούς. Να και άλλο ένα μπουκάλι ,κι άλλο ένα. Διέκρινα μια προσπάθεια να χαμογελάσει το σκοτεινό του πρόσωπο που μέρα δεν νιώθει, ούτε και νύχτα.

Βρίσκει ένα αλουμινένιο κουτι κονσέρβας. Με άψογη τέχνη και επαγγελματισμό το πατάει με το σανδάλι του το ισιώνει και το ρίχνει στο καροτσάκι. Το ίδιο κάνει και για άλλα δύο..

Βρίσκει κάποιες λίγες μεταλικές κρεμάστες μπλεγμένες αναμεταξύ τους. Τις ζυγιάζει με το βλέμμα τις πιάνει στα χέρια του μα το μετανιώνει – ποιος ξέρει με ποιό είδος εκτίμησης και αξιολογησης – και τις ξαναριχνει πισω στον κάδο.

Πιάνει το καρότσι του και φεύγει αντίθετα στην άδεια λεωφόρο ανηφορίζοντάς την.

Στον αέρα μέχρι το μπαλκόνι του δεύτερου ήταν ορατή η σκέψη του.

Θυμήθηκε το πρώτο του πουκάμισο, ενα κατάλευκο πουκάμισο καλοσιδερωμένο έτοιμο στην κρεμάστρα του στην ηλικία των 9 ετών όταν ο πατέρας του του το έκανε δώρο για να πάνε μαζί για πρώτη φορά στο καφενείο του Χασαν να τον γνωρίσουν οι πρεσβύτεροι άντρες της οικογενείας του.

Θυμήθηκε το πρώτο του κουστούμι και το μοναδικό του έκτοτε σε μια κρεμάστρα γατζωμένο απο το μεγάλο παράθυρο του πατρικού του για να το λιάσει ο ήλιος και να φύγει η ναφθαλίνη που έβαζε στα κουστούμια ο Εμίρ ο γερο-ράφτης τους. Θα το φόραγε στους αραββώνες του 14 χρόνων με το ”λουλούδι του απομεσήμερου ” όπως την φώναζε την Γιουσεφίνα.

Δεν ήταν συνοικέσιο. Είχαν αγαπηθεί από τα πρώτα χρόνια του σχολείου…

Με την άκρη του ματιού μου τον έβλεπα να χει φτάσει στον επόμενο κάδο σκουπιδιών. Εκεί δίπλα σε μια στάση λεωφορείου ένας μεσήλικας Ελληνάρας κοντοστάθηκε μπροστά του με ύφος 100 Γκέμπελς και 1000 Μεγάλων Αλεξάνδρων και του φώναξε σχεδόν ουρλιάζοντας μέσα απ τα κίτρινα δόντια του

-”Άστα τα σκουπίδια μου ρε Παπάρα . Βγαλτα όλα απ το καροτσάκι. Να πας στην Χωρα σου να μαζέψεις τα δικά σου σκουπίδια….”

-”Έγώ πεινάω κύριε, εγώ θέλει δουλέψει κύριε … δεν ενοχλώ…” προλάβε να του πει.

Ο μεσήλικας κλανιάρης φασιστοκολοκωτροναιάκος του έπιασε το καρότσι και το άδειασε στα πόδια του . Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του και επιβιβάστηκε σε αυτό με το ύφος ενός Παπα-Καψάλη που είχε μόλις ανατινάξει το Σουλι, λαβαίνοντας τα μπράβο απ τον οδηγό του λεωφορείου του Μπότσαρη δηλαδη.

Ο μικρός μετανάστης με τα χέρια σαν κατράμι, κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου έβαλε τους αγκώνες στα γόνατα και άφησε άλλη μια θύμηση να ξεφύγει στον αέρα-θυμήθηκε την ρόγα απ το κόκκινο σταφύλι που τοποθέτησε στον γάμο του ο Ιμάμης ανάμεσα στα χείλη τα δικά του και της Γιουσεφίνας του. Ήταν η πρώτη φορά που τα άγγιξε. Το πρώτο τους φιλί…

Θάνος Ανεστόπουλος
o-klooun

Related Posts