Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια

Με την καρδιά βλέπεις καλά.

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στον κόσμο, ζούσαν δύο παιδιά.
Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαν στο ίδιο σχολείο, μα δεν έγιναν ποτέ φίλοι.

Η Σεμέλη καθήλωνε στο πέρασμά της. Με δυο αινιγματικά εκφραστικά μάτια, χείλη ροδοκόκκινα και μαλλιά στιλπνά, στο χρώμα του ερέβους, αποδείκνυε τη γενναιοδωρία των Μοιρών πάνω από την κούνια της. Μοναδικό ελάττωμα, η έπαρση που δημιουργούσε η συνειδητοποίηση της τελειότητάς της.

Ο Ορέστης ήταν ένα ήσυχο γλυκό αγόρι. Η ομορφιά της ψυχής καθρεφτιζόταν στο πρόσωπο του.
Και η αναπηρία του ξεχνιόταν όταν έπιανε το δοξάρι και χανόταν στη μουσική.
Γιατί ο Ορέστης ήταν εκ γενετής μουγγός.
Και η φωνή του δεν ήταν άλλη από τους ήχους που ξέφευγαν άλλοτε δειλά κι άλλοτε ορμητικά από τις χορδές του βιολιού, που με τόση μαεστρία έπαιζε.

Ο Ορέστης αγάπησε τη Σεμέλη.

Μα αυτή δε γύρισε ποτέ να κοιτάξει το σιωπηλό παιδί. Ήταν πάντα απασχολημένη από το πλήθος όσων την περιστοίχιζαν, επιβεβαιώνοντας την ομορφιά της. Μα ήξερε από την πρώτη στιγμή πως την αγαπούσε. Το βλέμμα του αγοριού χάιδευε με τόση λατρεία το στρυφνό κορίτσι, που γελούσε στη συνειδητοποίηση του πόσο ακαταμάχητη ήταν.
Και τα χρόνια πέρασαν. Το βλέμμα του Ορέστη εξακολουθούσε να πέφτει γεμάτο ανείπωτη αγάπη στη Σεμέλη και να αποστρέφεται με πόνο καθώς έβλεπε άλλο αντρικό χέρι φυλακισμένο στο δικό της.

Και το δοξάρι έγινε συνέχεια του χεριού και η καταδικασμένη αγάπη, η πηγή της έμπνευσης.

Κι ήρθαν χρόνοι δοκιμασίας. Αρρώστια χτύπησε το κορίτσι. Και μαράζωσαν τα χείλη, θάμπωσαν τα μαλλιά. Και αμείλικτη θαρρείς η Μοίρα, νέκρωσε τα μάτια της.
Απόμεινε τσακισμένη η κοπέλα.
Βλέποντας την εγκαταλελειμμένη από τους “φίλους”, έτρεξε δίπλα της. Μα η Σεμέλη τον απόδιωξε ξανά και ξανά.
Τις ώρες της σκοτεινιάς, είχε απαριθμήσει τα λάθη του παρελθόντος.
Και μέσα στο μαύρο που είχε βυθιστεί η ζωή της, ένα πρόσωπο ερχόταν συνέχεια μπροστά: του Ορέστη.
Να την κοιτά με αυτά τα μάτια τα γεμάτα αγάπη.
Κι άρχισε να παρατηρεί τα χαρακτηριστικά που τότε τα ολόφωτα μάτια της δεν καταδέχονταν. Κι άρχισε να τον αγαπά και να θρηνεί για τον χαμένο χρόνο που πέρασε και που αλίμονο, θα ακολουθούσε…

Ο Ορέστης όμως ήταν αποφασισμένος. Έπρεπε να δείξει στη Σεμέλη πως η αγάπη του ήταν πάνω από την εμφάνιση και τις ατυχίες της.
Κι ο μόνος τρόπος ήταν η μουσική. Έτσι έγραψε το τραγούδι της.
Έβαλε μέσα το κελάρυσμα του νερού, σαν το γέλιο της, το κελάηδισμα του αηδονιού, όμοιο με το τραγούδι της, τη φρεσκάδα της άνοιξης, όπως το πρόσωπό της.
Μερόνυχτα έμεινε ξάγρυπνος θέλοντας μέσα από τη σύνθεση του να της δώσει να καταλάβει όσα με λόγια αδυνατούσε να εκφράσει. Κι όταν τελείωσε, μάζεψε όλο το θάρρος και τις ελπίδες του κι έτρεξε κοντά της, προσμένοντας ένα θαύμα.
Την βρήκε καθισμένη στη γνώριμή της θέση, δίπλα στο παράθυρο.
Ξεκίνησε να παίζει σα να μην υπήρχε αύριο, κυριευμένος από την εικόνα της, κάνοντας το δοξάρι να βγάζει φωτιά.
Κι όταν τελείωσε , την πλησίασε κι έπιασε σφιχτά τα δυο χέρια που είχε απλώσει το κορίτσι.
Η Σεμέλη, στη συνειδητοποίηση του αγγίγματος του, σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε, βαθιά στα μάτια.
Και τότε εκείνος κατάλαβε.
Το κορίτσι για πρώτη φορά, τον κοιτούσε όπως δεν το είχε κάνει παλιότερα. Όπως δεν το ειχε κάνει όταν μπορούσε. Και μέσα στα νεκρωμένα μάτια είδε το να λάμπει το φως της νιόκοπης μα αληθινής αγάπης της.

Το θαύμα είχε γίνει, δε θα ήταν ποτέ ξανά μόνοι…“

Οι άνθρωποι συχνά μένουμε σε ό,τι φαίνεται. Αναλωνόμαστε να ερωτευόμαστε την ομορφιά, ξεχνώντας πως είναι φθαρτή κι εφήμερη. Ξεχνάμε τα σημάδια του χρόνου στα πρόσωπα και τα σώματα. Κι έτσι λαθεύουμε.

Αφήνουμε να περάσουν από δίπλα μας άνθρωποι και στιγμές. Αδιαφορούμε για τα σκονισμένα πετράδια και μαζεύουμε φανταχτερά χαλίκια, λες κι είναι αυτά ο θησαυρός μας. Κι έρχεται η ώρα που η κουρτίνα τραβιέται από τα μάτια μας και βλέπουμε την αλήθεια. Και τότε όλα τα ψεύτικα παύουν να γυαλίζουν και τα εφήμερα δεν είναι πια τα ίδια.

Κι εμείς; Τι κάνουμε τότε εμείς; Παλεύουμε να σώσουμε ό,τι σώζεται, αναγνωρίζοντας την μόνη αλήθεια. Εκείνη που έκανε το Μικρό Πρίγκηπα να μας αγγίξει τόσο πολύ…
Με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια…

Στεύη Τσούτση
ewoman

Related Posts