Λαογραφία Ιουλίου... Καλό Μήνα


«Απ’του Άγιου Λια του βραδ’ βάζει η γ’ ιλια του λάδ.»

Ο έβδομος μήνας του χρόνου. Έχει 31 ημέρες. Την ονομασία του την καθιέρωσε ο Μάρκος Αντώνιος (το 44 π.Χ.), για να τιμήσει το φίλο του και μεγάλο στρατηγό των Ρωμαίων, Ιούλιο Καίσαρα, που γεννήθηκε αυτόν το μήνα και που, όπως είναι γνωστό δημιούργησε το «Ιουλιανό ημερολόγιο». Αντικατέστησε τον πέμπτο μήνα, τον Κυρινάλη. Ο ελληνικός λαός τον ονομάζει και Αλωνάρη, Αλωνιστή ή Αλωνιάτη ή Αλωνευτή, επειδή κατά τον μήνα αυτόν γίνεται το αλώνισμα του σιταριού.

Ακόμα τον ονομάζει Γυαλιστή ή Γυαλινό (Νάξο & Χίο), επειδή σε ορισμένες περιοχές της χώρας κατά το μήνα αυτό «γυαλίζουν», δηλ. ωριμάζουν τα σταφύλια. Επίσης αναφέρεται σαν Δευτερόλης (σαν 2ος μήνας του καλοκαιριού), Αηλιάς ή Αηλιάτης (20/7, η γιορτή του Προφήτη Ηλία) και Φουσκομηνάς ή Χασκόμηνας (Ρόδος).

ΕΡΓΑΣΙΕΣ:

  • Αλωνίζουν.
  • Σκαλίζουν καπνά, καλαμπόκι & πατάτες.
  • Θερίζουν σιτηρά (ανάλογα την περιοχή).
  • Στα καπνοχώρια ραματιάζουν, στεγνώνουν του καπνού τα φύλλα.
  • Ράντισμα & θειάφισμα αμπελιών.
  • Τρύγος κυψελών απ' το θυμάρι.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

Του ΑΛΩΝΙΣΜΟΥ: Όσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής. Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι' αυτό το σκοπό.

Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να 'σαι καλά, Φχαριστούμε».

Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ' ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό. «Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ' αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν.

Έβαζαν στο σωρό παλιουριά για τη βασκανία και σιδερένια ζεύλα για να είναι το σιτάρι γερό σαν το σίδερο.

Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο, στα χρόνια, βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».

Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ' το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ'», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.

ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ: (συνεστιάσεις & δημοτελείς θυσίες)-ΕΘΙΜΙΚΕΣ ΦΩΤΙΕΣ (20/7). Προς τιμή του Προφήτη Ηλία, με κύρια επιδίωξη τις ευμενείς καιρικές συνθήκες, για τη γεωργία & την κτηνοτροφία στη διάρκεια του χρόνου.

ΓΙΟΡΤΕΣ:

Του ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ (20/7). Μία από τις φλογερές μορφές της Βίβλου, έφορος της βροχής, της βροντής & των κεραυνών. Όλα τα ξωκλήσια, που είναι κτισμένα προς τιμή του, βρίσκονται στις ελληνικές βουνοκορφές, γιατί εκεί ο τόπος ήταν πάντα ιερός.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ: Ο Ιούλιος έχει τα περισσότερα από τα πανηγύρια των χωριών. Πέρα από τις καθεαυτό δικές του γιορτές-πανηγύρια (των Αγ. Αναργύρων, της Αγ. Κυριακής, του Προφήτη Ηλία, της Αγ. Παρασκευής & του Αγ. Παντελεήμονα), έχει και πολλές γιορτές-πανηγύρια του χειμώνα, που έχουν μεταφερθεί προκειμένου να επιτρέψει η καλοκαιρία τη διεξαγωγή τους & βέβαια τη μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου.

ΤΟ «ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ» (Αγ. Παρασκευή Λέσβου). Γίνεται προς τιμή του Αγ. Χαραλάμπους. Πρόκειται για μια ταυροθυσία. Αποτελεί μια γιορτή που διαρκεί 3 ημέρες. Για πρακτικούς λόγους, επειδή δεν είναι εύκολη η μετάβαση στο ξωκλήσι του αγίου την ημέρα της γιορτής του (10/2), το πανηγύρι γινόταν αρχικά την πασχαλινή περίοδο («πριν φύγει το Χριστός Ανέστη»), ή τέλη της ανοιξιάτικης περιόδου, στη συνέχεια μεταφέρθηκε τους καλοκαιρινούς μήνες, Ιούνιο ή Ιούλιο. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε η άφιξη κάθε χρόνο των ξενιτεμένων Αγιοπαρασκευωτών, κυρίως από την Αυστραλία, αφού συνήθως ένας απ' αυτούς έκανε καθόλου ευκαταφρόνητη χορηγία για την αγορά του ταύρου, εκτελώντας έτσι κάποιο τάμα του.

Το πρωί της Παρασκευής οδηγούν τον ταύρο, που πρέπει να είναι εκλεκτός (3ετής, ανευνούχιστος & να μην έχει μπει σε ζυγό) μπροστά στο σπίτι του χορηγού. Εκεί υπό τους ήχους μουσικής στολίζουν τον ταύρο. Του κρεμούν στο λαιμό άνθη & στεφάνι και βάφουν τα κέρατά του με χρυσόσκονη. Μικρή επιγραφή στο μέτωπό του δείχνει το όνομα του δωρητή. Στη συνέχεια με μουσική, με λάβαρα, με σημαία & με την εικόνα του αγίου μπροστά, αρχίζει η περιφορά του ταύρου σε όλο το χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το ζώο μεταφέρεται στην τοποθεσία «Ταύρος», ορεινή & δυσπρόσιτη, 15 χμ Α. της Αγ. Παρασκευής, όπου βρίσκεται και το ξωκλήσι του αγίου.

Από το πρωί του Σαββάτου αρχίζει η ομαδική μετάβαση των πανηγυριστών στον «Ταύρο», απ' όλο το νησί. Το σούρουπο φέρνουν τον ταύρο, πάλι με μουσική, μπροστά στο εκκλησάκι και ο ιερέας τον ευλογεί με ειδική ευχή. Τον οδηγούν έπειτα στον τόπο της θυσίας. Εκεί, κατά την πίστη που επικρατεί, το ζώο γονατίζει με τη θέλησή του για να θυσιαστεί. Παράλληλα σφάζονται κι άλλα μικρότερα ζώα, με την ευλογία του παπά πάντα, τάματα κι αυτά των πιστών.

Την ευλογία του δέχονται κι οι έφιπποι πανηγυριστές, θεωρείται μάλιστα ότι το πανηγύρι αποβλέπει ιδιαίτερα στην προστασία των φοράδων.
Από το κρέας του ταύρου και με ειδικά κατεργασμένο σιτάρι παρασκευάζεται το λεγόμενο "κεσκέτσι", που το πρωί της Κυριακής διανέμεται στους πιστούς, για «να πάρουν όλοι τη δύναμη που είχε ο ταύρος».
Η όλη θυσία-γιορτή τελειώνει το απόγευμα της Κυριακής με ιππικούς αγώνες. Ακολουθεί γλέντι όλων των πανηγυριστών στην πλατεία του χωριού.

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:

  • «Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγία Μαρίνα σύκα».
  • «Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
  • «Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε».
  • «Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές».

Λαογραφικά του μηνός Ιουλίου

Ο Ιούλιος είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο ονομαζόταν Quintilis, που θα πει πέμπτος. Σε «Ιούλιο» από «Κουϊντίλιος» μετονομάσθηκε το 44π.Χ. από τον Μάρκο Αντώνιο, στενό φίλο του Ιουλίου Καίσαρα, σε ανάμνηση των υπηρεσιών που ο τελευταίος πρόσφερε στη Ρώμη.

Ο Ιούλιος αντιστοιχεί στον αρχαίο μήνα Κρόνιο ή Εκατομβαιώνα και ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της 21ης και του τέλους του μηνός κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Κυνάδες μέρες, απ’όπου προέρχεται και ο όρος «κυνικά καύματα». Η ονομασία τούτη προέρχεται από το γεγονός ότι τις μέρες αυτές ο φωτεινότατος αστέρας Σείριος (ανήκει στον αστερισμό του Μείζονος Κυνός) ανατέλλει συγχρόνως με τον ήλιο, κάνοντας τις μέρες ακόμη πιο θερμές.

Ο Ιούλιος είναι ο μήνας του αλωνισμού και της χαράς του γεωργού γι’αυτό και προσωνυμείται Αλωνάρης, Αλωνευτής, Αλωνιάτης, Αλωνιστής. Τον λένε ακόμη Χορτοκόπο γιατί στον Πόντο τότε κόβουν το χόρτο, Γιαλιστή και Γυαλινό γιατί τότε ωριμάζουν τα σταφύλια και «γυαλίζουν», Φουσκόμηνα γιατί φουσκώνουν τα σύκα. Τέλος, είναι γνωστός και με τις ονομασίες Δευτερογιούλης, Λιοτρόπης και Χορτοθέρης. Χαρακτηριστικό της βαριάς δουλειάς του αλωνισμού είναι και το παρακάτω κυπριακό τετράστιχο:

«Βόδι να μην αλώνιζε,
κόρη να μην εγέννα
και νιος να μην εθέριζε,
ποτέ του δεν εγέρνα.»

Τραγούδια στα αλωνίσματα δεν ακούγονταν. Κυριαρχούσαν οι φωνές των αλωνιστάδων προς τα ζώα τους. Στο λίχνισμα πάλι, ο άνεμος ήταν το κύριο μέλημα και οι σβέλτες κινήσεις των λιχνιστάδων δεν σήκωναν τραγούδι. Έπειτα η αχυροπάσπαλη κι ο κουρνιαχτός από τα φροκαλίσματα έκλειναν το στόμα. Έχουμε όμως τραγούδια παλιά με γραφικές σκηνές αλωνίσματος, που μπορούσαν να τραγουδούν στις μετέπειτα ώρες της ξεκούρασης:

Εγώ περνάω κι αντιπερνάω στης Μαυρουδής τ’αλώνι,
όπου αλωνίζουν δώδεκα κι όπου συμπάζουν δέκα,
κι η Μάρω με τη μάνα της τριγύρω λαγανίζει.
Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει:
-Φεύγα Μαριώ απ’τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο.
-Μάνα τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω
τον γιο του πρωτολιχνιστή, άντρα θε να τον πάρω.
-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.
-Γυρεύει βόδια του ζυγού, φοράδα της καβάλλας,
γυρεύει κι ανεμόπαχτο να τρώει η φοράδα μέσα,
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα
κι αλώνια καλοπέτρινα και μαρμαροστρωμένα.
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.

Το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι έχει διάφορες κατά τόπους ονομασίες: τζιτζιροκούλικο, μπουγάτσα. Απ’αυτό το πρώτο ζυμάρι ζύμωναν και μία κουλούρα που την κρεμούσαν στη βρύση για να τρέξουν τα καλά, όπως το νερό. Όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό από τη βρύση, έπαιρνε και την κουλούρα.

Η απειλή όμως από τους κινδύνους (φωτιά, βροχή, χαλάζι) ήταν μεγάλη για τα χωράφια και γι’αυτό οι γεωργοί επιζητώντας τη θεϊκή προστασία τιμούσαν με αργία τους αγίους που εορτάζουν τότε. Την Παναγία των Βλαχερνών (2), που προσονομάζεται απ’την τιμωρία όσων δεν τηρούσαν την αργία της Καψοδεματούσα, Καψοχεροβολού, Καψαλωνού, Βουλιάχτρα. Την αγία Κυριακή (7), την αγία Μαρίνα (17). Ο Ιούλιος ήταν επικίνδυνος μήνας και για τους ανθρώπους κι έτσι οι ιαματικοί του άγιοι τιμούνταν με μεγάλοι ευλάβεια. Οι άγιοι Ανάργυροι (1), η αγία Παρασκευή (26), ο άγιος Παντελεήμονας (27). «Κουτσοί, στραβοί όλοι στον άγιο Παντελεήμονα.»

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γιορτή του προφήτη Ηλία (20), ο οποίος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων. Τα εκκλησάκια του βρίσκονται συνήθως πάνω σε υψώματα και βουνοκορφές. Σύμφωνα με την παράδοση που έχει τις ρίζες της στον εξιλασμό του Οδυσσέα (λ 120-136), ο Αη-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. Μετά τα τόσα ταξίδια, πήρε το κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά.

Όπου περνούσε, ρωτούσε τους ανθρώπους που συναντούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσοι του απαντούσαν «κουπί», ξεκίναγε για αλλού. Προχώρησε, προχώρησε κι ύστερα βρέθηκε στα βουνά. Έπεσε πάνω σε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι».

Ο Αη-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών.

Για τον Ιούλιο λέγονται οι εξής παροιμίες:

  • «Τζίτζικας ιλάλισι
  • μαύρη ρόγα γιάλισι.»
  • «Απ’του Άγιου Λια του βραδ’
  • βάζει η γ’ ιλια του λάδ.»
  • «Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
  • «Τον Αλωνάρη δούλευε καλόν Χειμάνα να ‘χεις.»
  • «Χιόνισε μέσ’ στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη.»

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...