Μανικιούρ ή μαγείρεμα; Το δίλημμα μιας μάνας


Όλα καλά! Όλα υπό έλεγχο!

Έχεις τελειώσει με τις πρωινές δουλειές, το φαγητό είναι ήδη στη κατσαρόλα (φακές για σήμερα!) και κάθεσαι να ηρεμήσεις.

Η θερμοκρασία έχει ανέβει αρκετά κι αρχίζεις να σκέφτεσαι παραλίες, μαγιό, θάλασσα και… τσουπ! Τι βλέπουν τα ματάκια σου; Τα νύχια σου είναι χάλια. Πώς θα πας να δοκιμάσεις τα πέδιλα που είδες στη βιτρίνα με αυτά τα νύχια; Τρέχεις στο τσαντάκι με τα καλλυντικά και ψάχνεις να βρεις το πιο ωραίο μανό.

Πορτοκαλί; Μπα! Είμαι πολύ άχρωμη, θα το βάλω μόλις μαυρίσω λιγάκι.

Μωβ; Ούτε! Είναι αυτό που κάνει δέκα μέρες να στεγνώσει.

Γκρι; Μα σοβαρά, γκρι μέσα στο καλοκαίρι; ΟΧΙ!

Κόκκινο; Μα βέβαια, το κόκκινο! Αυτό που είναι πάντα της μόδας, μου πηγαίνει και στεγνώνει σε λίγα δευτερόλεπτα!

Πριν καθίσεις στο τραπέζι της κουζίνας ανακατεύεις τις φακές οι οποίες έχουν ακόμη αρκετή υγρασία. Ανοίγεις το βερνίκι και με προσεκτικές κινήσεις ξεκινάς. Αρχίζεις φυσικά από τα πόδια. Τα γνωστά χαρτάκια γύρω από τα δάχτυλα και σιγά σιγά κάτι καταφέρνεις! Ε, δεν είσαι κι επαγγελματίας! Βάφεις και λίγο τα πετσάκια στα πλάγια (για να μη σε πιάνει και το μάτι, δηλαδή) αλλά εντάξει… ποιος θα το προσέξει!

Κουνάς λίγο τα πόδια, βάζεις λίγο τα παντοφλάκια (φυσικά δεν έχουν στεγνώσει εντελώς τα νύχια), ξεβάφεται λίγο το μεγάλο από πάνω, κάνεις λίγο χάλια και την παντόφλα αλλά πρέπει να ανακατέψεις το φαγητό γιατί κάτι ακούς να βασανίζεται μέσα στη κατσαρόλα. Βάζεις και λίγο νεράκι ακόμη, γιατί ο διάολος έχει πολλά πόδια και φοβάσαι μήπως ξεχάσει κανένα μέσα στις φακές σου. Όλα καλά! Όλα υπό έλεγχο!

Κάθεσαι πάλι. Ανοίγεις το βερνίκι και ξεκινάς τα χέρια τώρα! Όποια πει πως μπορεί και βάφει το δεξί χέρι δίχως να βαφτεί μέχρι τον αγκώνα, λέει ψέματα! Δε γίνεται αυτό! Νομίζω πως κι οι επαγγελματίες δε μπορούν να το καταφέρουν αυτό με τίποτα! Από το δεξί χέρι λοιπόν είσαι έτοιμη να βάλεις την ταμπέλα «προσοχή, φρεσκοβαμμένο!» και ξεκινάς το αριστερό.

Βάφεις με προσοχή και λιγότερες απώλειες σε πετσάκια κ.λπ. Προχωράς! Με θάρρος! Συνεχίζεις! Όλα καλά! Μα… κάτι μυρίζει! Κάτι ακούγεται! Κάτι τσιτσιρίζει στην κατσαρόλα!

Αμέσως ο εγκέφαλός σου πρέπει να επεξεργαστεί το δίλημμα “φακές ή νύχια”! Φυσικά φακές! Πας να σηκωθείς από το τραπέζι και χύνεις όλο το βερνίκι πάνω σου, στο πάτωμα, στο κάθισμα της καρέκλας και τι δυστυχία, πέφτει λίγο και στο καλό πλεκτό της μαμάς σου («μα, καλά, δεν με λυπάσαι; Τόσο κόπο έκανα να το πλέξω. Τόσα έξοδα. Από βράδυ σε βράδυ με το ψιλό το βελονάκι, τότε που είχα τα ματάκια μου κι έβλεπα»).

Κοιτάς τον χαμό που έγινε και τρέχεις προς την κατσαρόλα. Να σώσεις οτιδήποτε αν σώζεται (που λένε κι οι Κατσιμιχαίοι)! Τίποτα όμως! Το φαγητό ήδη μύρισε καμμένο. Άλλαξες τις κατσαρόλες μήπως σωθεί καμιά μερίδα αλλά έχει ήδη πάρει το άρωμα της τσίκνας…

Απολογισμός της ημέρας: Έχεις το μισό σπίτι βαμμένο με κόκκινο βερνίκι νυχιών, έχεις τον καημό (και τη μουρμούρα της μαμάς) για το πλεκτό, έχεις τα νύχια χάλια κι ένα φαγητό που μυρίζει καμένο.

Τελικό συμπέρασμα: Άτιμο φαγητό οι φακές! Δεν μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη.

Δήμητρα Μουλαρά
mothersbird

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...