Αξίζει να ζει κανείς την κάθε στιγμή σαν είναι η πρώτη κι η τελευταία!


μυρουδιά του βασιλικού, του δυόσμου και της μαντζουράνας...

Κυριακή απόγευμα, μες στο κατακαλόκαιρο!

Με πήρε η ζέστη απ’ τα μούτρα και κάθισα να δροσιστώ!

Μια νοσταλγία μ’ έπιασε και παρήγγειλα υποβρύχιο! πιστεύοντας πως μόνο αυτό μπορεί να με δροσίσει…

Ένα κουταλάκι βυθισμένο με μια γλυκιά «αμαρτία» σ’ ένα ποτήρι κρύο νερό… μια θεαματική «βουτιά» στις παιδικές μου αναμνήσεις!

Υποβρύχιο! ή κοινώς βανίλια! Ὀπως «τότε», στα μικράτα μου!

Θυμάμαι, ήταν το γλύκισμα, που υπήρχε ακόμη και στα πιο φτωχικά σπίτια και προσφέρονταν με αγάπη, απ’ την κυρά του σπιτιού μαζί μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό για να γλυκάνει και να ξεδιψάσει τον κάθε μουσαφίρη!

Θυμάμαι ακόμη, τη βαριά σιδερένια αυλόπορτα του σχολείου που μια μέρα εκδρομής, μάγκωσε τα δάχτυλά μου και τα μελάνιασε!

Τότε, ο γλυκός παππούς μου, με πήγε στην πλατεία να με κεράσει βανίλια μπας και με παρηγορήσει, και ξεχάσω τον πόνο μου και τη στεναχώρια μου που τα υπόλοιπα παιδιά ήταν εκδρομή, κι εγώ βρωμοκοπούσα στουμπισμένο κρεμμύδι!…

Για δες τι φέρνει στην επιφάνεια, ένα υποβρύχιο!…

Ασυναίσθητα μ’ ένα βλέμμα οίκτου σχεδόν, κοίταξα μια παρέα παιδιών που ήταν απέναντί μου!

Καθισμένα σε σκαλάκια, όπως κι εμείς τότε!

Πολλά παιδιά! Μαζεμένα! Για ώρες πολλές!!

Όπως κι εμείς τότε!
Μόνο που αυτά είναι «σταματημένα» εκεί!

Δε τρέχουν πίσω από μια μπάλα, ούτε αγωνίζονται να στήσουν τα κεραμίδια στη μέση του κύκλου, ούτε παριστάνουν τα ακούνητα αγαλματάκια, ούτε παίζουν κουτσό, κορόϊδο, μηλάκια, κυνηγητό, κρυφτό και μακριά γαϊδούρα, ξεσηκώνοντας τις γειτονιές στο πόδι με τις φωνές τους, όπως εμείς τότε!
Δε μαλώνουν καν, και πως να μαλώσουν; έτσι που ‘ναι απορροφημένα και χαμένα στον «μαγικό κόσμο» των smartphones τους και των tablet τους;
Δε γίνονται κουμπάρες! δε στήνουν σπιτάκια, ούτε λένε τρομακτικές ιστορίες και σόκιν ανέκδοτα, ούτε σκαρφίζονται δικαιολογίες για να μείνουν λίγο πιο αργά!
Δε χρειάζεται να μείνουν πιο αργά…

Έτσι κι αλλιώς μ’ αυτά τα μαγικά «κουτάκια» βρίσκονται όπου θέλουν ότι ώρα θέλουν, έρχονται «σ’ επαφή;» μ’ όποιον θέλουν, ακόμη κι αν βρίσκεται στην άλλη άκρη του πλανήτη!

Δε μιλούν μεταξύ τους, το καθένα είναι αραγμένο στον «κόσμο του» και το πολύ πολύ ν’ ανταλλάξουν κανένα μυστικό για το πώς θ’ ανέβουν level στα Games και πως θα κερδίσουν καμιά «ζωή» ακόμη!

Για τα πραγματικά level της ζωής τους, ούτε λόγος!

Μα ας τους πει κάποιος πως η ζωή είναι ΜΟΝΟ ΜΙΑ κι είναι αυτή που αφήνουν να φεύγει χαμένη αποβλακωμένα και βυθισμένα στους εικονικούς θαυμαστούς κόσμους της τεχνολογίας!
Μεγάλη επανάσταση η τεχνολογία, με ακόμη μεγαλύτερο κόστος!

Στερεί απ’ τα παιδιά (κι όχι μόνο απ’ αυτά), την πραγματική διάσταση της ζωής επιβάλλοντάς τους ζωές «εικονικής πραγματικότητας» !
Λυπάμαι τα καημένα τα σημερινά παιδιά!

Γιατί ζουν εξαρτημένα κι εγκλωβισμένα στα κουτάκια τους! Δε πάνε πουθενά χωρίς αυτά και κάθε τοποθεσία που δε διαθέτει wifi την απορρίπτουν χωρίς δεύτερη σκέψη…
Δε ξέρουν να παίξουν, δε ξέρουν να κάνουν ζαβολιές, δεν αλήτεψαν ποτέ στις γειτονιές, περιπέτεια δε ξέρουν τι θα πει… τα παγωτά τους , τους περιμένουν στην κατάψυξη του σπιτιού τους και δε λαχταρούν να έρθει η Κυριακή για να βγουν βόλτα και να πάρουν δυό μπάλες παγωτό χωνάκι!

Παιδιά, που φαινομενικά τα έχουν όλα, μα ουσιαστικά στερούνται την πιο όμορφη περίοδο της ζωής τους, ακινητοποιημένα μπροστά σε οθόνες!
Καθώς τα κοιτάζω σκέφτομαι πόσο τυχεροί υπήρξαμε που ζήσαμε την παιδικότητά μας όπως της άρμοζε!

Που κυλιστήκαμε στις λάσπες, που φάγαν τα μούτρα μας χώμα, που γραντζουνίσαμε τα γόνατά μας στα βάτα, που «πλακωθήκαμε» για μια τσίχλα κι ύστερα τα ξαναβρήκαμε τρώγοντας σπόρια για ώρες, στα σοκάκια!

Τα καλοκαίρια μας είχαν εκείνο το μεθυστικό άρωμα απ’ τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές που η γιαγιά ήθελε να φτιάξει γλυκό με τα πέταλά τους κι εμείς τα χαλούσαμε για να φτιάξουμε κολώνια και να τη μοιραστούμε με τις «κουμπάρες».

Είχαν τη γεύση του βρεγμένου ψωμιού με τη ζάχαρη! το καλύτερο πρωινό ever!

Είχαν τον ήχο του αυγού που χτυπιόταν στο φλιτζάνι με ζάχαρη και κακάο απ’ τα μαγικά χεράκια της γιαγιάς, και που σήμανε διάλειμμα απ’ το παιχνίδι για την απογευματινή κι απίστευτη σε γεύση, λιχουδιά!

Είχαν τη μυρουδιά του βασιλικού, του δυόσμου και της μαντζουράνας μέσα στους ασβεστωμένους τενεκέδες!

Τα ρούχα που σκίζαμε και τα παπούτσια που τρυπούσαμε στο παιχνίδι μπορεί να είχαν μπαλωματάκια, μα η ψυχούλα μας ζούσε μέσα στην αθωότητα και στην αγνότητα της εποχής απολαμβάνοντας την παιδικότητά της ως προνόμιο κι όχι ως κατάρα!

Τρέχοντας αμέριμνη στα σοκάκια που έβγαλαν φτερά τα όνειρά της, εκεί, που «γράψαμε» τις πιο όμορφες αναμνήσεις , εκεί, που τα «φτιάχναμε» και τα «χαλούσαμε» με το μυαλό μας(!) εκεί, που μάθαμε πως η ζωή είναι Μία και Μοναδική και γι’ αυτό Αξίζει να ζει κανείς την κάθε στιγμή της σαν είναι η πρώτη κι η τελευταία!

Της Χριστίνας Ζαμπούνη
anapnoes

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...