Περί γάμου, προξενιών κι άλλων μυστηρίων


Να μην είσαι εσύ η άνευ υμεναίου δακτυλοδεικτούμενη.

Δεσποινίς ετών τριάντα και κάτι.
Και το τριάντα πες ότι είναι ένα νούμερο που ακόμη το καταπίνεις.
Το δεσποινίς, μόνο ψιλά γράμματα δεν το λες. Ή μάλλον εσύ το λες, αλλά το σόι αδυνατεί.
Ένα συγγενολόι, με τα αδερφοξάδερφα και τα ανιψίδια αποκατεστημένα. Και με απογόνους παρακαλώ. Εκτός από σένα.
Ελεύθερη κι ωραία, το πουλάς. Χαμογελούν συγκαταβατικά. Γεροντοκόρη και μονόχνοτη απαντούν από μέσα τους. Και νιώθεις τυχερή που σέβονται το αίμα και δεν το λένε κι απ’ έξω τους.
Μοναχά κάνουν τ’ αδύνατα δυνατά να το αλλάξουν.
Έτσι οι οικογενειακές συγκεντρώσεις μετατρέπονται σε νυφοπάζαρο.
Καθένας έχει έναν ανύπαντρο γείτονα, συνάδελφο ή φίλο να σου γνωρίσει. Απροσδιορίστου ηλικίας. Ενίοτε και στα όρια της απόσυρσης.
Στην αρχή τους κάνεις το χατίρι. Ποτέ άλλωστε δεν ξέρεις. Τόσα και τόσα ζευγάρια παντρεύτηκαν με προξενιό.
Εσύ δε λες ότι είσαι παλιάς κοπής θηλυκό; Μπορεί λοιπόν κι ένα παραδοσιακό συνοικέσιο να σου ταιριάξει.
Διαψεύδεσαι πανηγυρικά. Παταγώδης αποτυχία. Μηδαμινή σύγκλιση. Αντιδιαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι.
Μπορεί οι υποψήφιοι να πληρούν τα κριτήρια της οικογένειας, αλλά στα δικά σου παίρνουν κάτω από τη βάση.
Πολύφερνοι νυμφίοι. Επαγγελματικά αποκατεστημένοι και με το κατιτίς τους στην άκρη. Με τον πανικό σ’ ένα βλέμμα που βροντοφωνάζει πως πρέπει ν’ αποκατασταθούν.
Αδιάφοροι, άχρωμοι, μουντοί. Διάφανοι. Νιώθεις πως αν το θελήσεις θα περάσεις από μέσα τους.
Λες και οι δικοί σου τους διαλέγουν επίτηδες ώστε να μη σου ταιριάζει κανείς. Σα να μη σε ξέρουν. Και μάλλον δε σε ξέρουν.
Ή σε ξέχασαν. Από αγάπη κι έννοια. Μα κυρίως φόβο. Να μην είσαι εσύ η άνευ υμεναίου δακτυλοδεικτούμενη.
Κι επιμένουν. Μα εσύ πλέον αρνείσαι. Ρητά και κατηγορηματικά.
Κι ας πεισμώνει η γιαγιά, λέγοντας πως θα πεθάνει δίχως να σε δει αποκατεστημένη. Κι ας αναρωτιούνται όλοι πότε εσύ θα γίνεις μάνα. Κι ας σωπαίνουν οι γονείς, παίζοντας τους άνετους. Αναστενάζουν όμως στα κρυφά στη θέα κάθε παιδικού καροτσιού που περνά στο δρόμο.
Αυτή η σιωπή είναι που σε πειράζει περισσότερο. Και ξέρεις πως πονάνε στα βουβά, βλέποντας σε μόνη. Γιατί αυτοί είναι οι μόνοι που ξέρουν καλύτερα κι από εσένα τι αξίζεις.
Και θυμώνεις για τον πόνο τους. Θυμώνεις για εκείνη την κοινωνία που κρεμά ταμπέλες. Χαρακτηρίζει τους ανθρώπους και πληγώνει. Δημιουργεί πανικό και οδηγεί σε λάθη.
Λάθη που έκαναν φίλες σου και μπήκαν σε αδιέξοδους γάμους.
Καυγάδες, απιστίες, αδιαφορία. Γάμοι γκρίζοι, δίχως ζωή, δίχως την ευτυχία που περίμεναν.
Σάπιοι στο εσωτερικό μα υγιείς για τα μάτια του κόσμου, μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν. Ενός κόσμου που κρίνει και κατακρίνει. Ευλογεί το γάμο και καταδικάζει τη μοναξιά.
Κι ας μην είναι από επιλογή. Πάντα εσύ φταις. Βλέπεις στη δική του λογική, το να είσαι ανύπαντρη σημαίνει κουσούρια. Μήτε λάθος επιλογές συντρόφων. Μήτε ατυχίες και στραβοπατήματα.
Μόνο κουσούρια.
Κι είναι αλήθεια πως έχεις. Ένα. Και μάλιστα μεγάλο.
Είσαι επιλεκτική. Επιλεκτική στις σχέσεις, στους ανθρώπους, στη ζωή. Μια ζωή που σου χαρίστηκε κι εσύ οφείλεις να τη διεκδικείς καθημερινά.
Από αυτούς που με τη νοοτροπία τους πάνε να σπείρουν μέσα σου τον πανικό των περασμένων χρόνων και των ενεργών βιολογικών ρολογιών.
Παλεύεις γι’ αυτήν και δικαιούσαι να την απολαύσεις. Είτε μόνη είτε μ’ εκείνον. Που ακόμη δεν έχει εμφανιστεί αλλά ελπίζεις πως δε θ’ αργήσει.
Όχι για να το βουλώσει ο περίγυρος. Αλλά για να ηρεμήσει το μέσα σου.
Εκείνο τον έχει ανάγκη. Για την ανεκτίμητη αίσθηση συντροφικότητας που θα φέρει.
Αλλιώς, στην απελπισία, ένα πήλινο κανάτι ριγμένο από χαμηλό μπαλκόνι θα χρειαστεί. Μη σακατέψουμε και κανέναν άνθρωπο από τον υπερβάλλοντα ζήλο.
Θεία από το Σικάγο δεν έχεις, αλλά όλο και κάποια από τις ήδη υπάρχουσες θα προσφερθεί να σημαδέψει, με ανακούφιση, όποιον τυχερό περαστικό της υποδείξεις

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...