Κάτι μεταξύ μαμάς και κόρης


Που περιμένει γάλα με σκόνη από κακάο...

Είναι κάποια πρωινά, νωρίς, λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, που το μυαλό μου, λες και είναι ήδη σε εγρήγορση, ξυπνά πριν από μένα. Γαντζώνεται σε μνήμες παλιές και σε συνήθειες και μου αναμοχλεύει εικόνες, μυρωδιές, ήχους. Είναι ένα ονειρικό ταξίδι στο χρόνο, που από μεγάλη μπορεί να μισοξυπνήσω μικρή.
Να περιμένω – και σχεδόν να ακούω – ήχους παλιούς, γνώριμους, ανακουφιστικούς να έρχονται από την κουζίνα. Μισό όνειρο, μισό πραγματικότητα είναι.


Τέτοια πρωινά σχεδόν μυρίζω τον καφέ που έφτιαχνε κάθε πρωί η μαμά μου και άθελά μου περιμένω την οικεία φωνή να με φωνάξει ανυπόμονα να σηκωθώ να πιω το γάλα μου. Να ξυπνήσω, γιατί θα αργήσω πάλι στο σχολείο, περιμένω να την ακούσω να λέει. Ήχοι από ντουλάπια να ανοιγοκλείνουν στην κουζίνα, βήματα στα παλιά σανίδια, παντζούρια να τραβιούνται βιαστικά, χάδια στο πρόσωπό μου και φιλιά μαμαδίστικα…


Κάποια πρωινά, νωρίς, πριν ακόμη χτυπήσει το ξυπνητήρι, το μυαλό μου με μισοξυπνά έτσι, μέσα σε μια μικρή, γλυκόπικρη χαραμάδα χρόνου και ανάμνησης. Εκεί που είμαι πάλι ένα μικρό κορίτσι. Κόρη, κι όχι μαμά, παιδί κι όχι μεγάλη. Και το επόμενο λεπτό, το ξέρω και το περιμένω με την ίδια, γλυκιά προσμονή.
Χτυπά το ξυπνητήρι, ξυπνάνε παιδιά. Πόρτες ανοίγουν βιαστικά, παιδικές φωνούλες ακούγονται γύρω μου, χεράκια μου τραβάνε απαλά τα μαλλιά και εγώ έχω πεταχτεί πάνω σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Έχω μπει στην άδεια, ενήλικη, δική μου κουζίνα και ξεκινώ βιαστικά να φτιάχνω γάλατα, πρωινά και ταπεράκια για το σχολείο. Δεν έχω άλλο χρόνο να αφιερώσω στα όνειρα, τα μισοξύπνια, του μυαλού μου.


Είμαι μαμά…
Περιμένω όμως πάλι εκείνο το πρωινό να ‘ρθει, νωρίς, πριν ακόμη χτυπήσει το ξυπνητήρι, να μισοξυπνήσω έτσι, μέσα στη μικρή, γλυκιά χαραμάδα χρόνου και ανάμνησης. Εκεί που είμαι πάλι ένα μικρό κορίτσι. Παιδί κι όχι μεγάλη. Και το περιμένω με ευγνωμοσύνη αυτό το πρωινό, που θα πεταχτώ από το κρεβάτι μαμά, αλλά λίγα ταξιδιάρικα δευτερόλεπτα πριν είμαι μοναχά μια κόρη που θα αργήσει στο σχολείο. Που περιμένει γάλα με σκόνη από κακάο, και φρεσκοσιδερωμένα ρούχα από χέρια που δίνουν χάδια. Που ανυπομονεί να ακούσει πάλι τη ζεστή εκείνη ανυπόμονη φωνή να με μαλώνει χαδιάρικα ότι πρέπει να βιαστώ.
Δε θέλω να βιαστώ, θα θέλω να της πω.
Θέλω να με χαϊδέψει και να με κανακέψει. Αυτό θα θέλω να της πω, αλλά δε θα μιλώ. Τίποτα δε θα λέω, για να μην τρομάξω το όνειρο, το μισοξύπνιο, και μου στερήσω έστω ένα από εκείνα τα μαγικά δευτερόλεπτα.
Τα παιδικά.
Τα κλεισμένα ανάμεσα σε μια παραμυθένια χαραμάδα, που είμαι κάτι μεταξύ μαμάς και κόρης.
Και περισσότερο κόρη…


(Μου λείπεις μαμά, μακάρι να μπορούσα να σου ευχηθώ χρόνια πολλά προχτές.
Αλλά ίσως σου τα ψιθυρίσω το επόμενο πρωινό, το μισοξύπνιο μας…)

Της Ελένης Ομήρου
anapnoes

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...