Οι γυναίκες – σειρήνες, καμιά φορά αργοπεθαίνουν από μοναξιά στην στεριά και πιάνουν θάλασσα


Kι εγώ κι εγώ πάω στην θάλασσα μου…

Σε κοίταξα στα μάτια…

Τι θέλεις και τι δεν θέλεις σε ρώτησα.

… Και απάντησες!

… Και απάντησα!

Και;

Τι κατάλαβες από όλο αυτό;

Θέλεις ό,τι δεν θέλεις…

Δεν θέλεις να μην θέλεις.


Και δεν θέλεις αυτό που θέλεις να είναι μπλεγμένο σε ΠΡΕΠΕΙ και ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ γιατί τελικά την ζωή που σου χαρίστηκε σε άλλους την χάρισες… που δεν σου χαρίστηκαν μα σου απαίτησαν και σε έκαναν να επαιτείς.

Πήραν τα όνειρα σου, την τρέλα σου, το πάθος σου, τον έρωτα σου, τα παιδιά σου, την χώρα σου, την ψήφο σου, την ελπίδα σου…

ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ!!!

Όλα όσα θέλεις είναι η… ζωή σου!!!

Γαμώτο… έχω νεύρα. Τι κάθομαι και σου λέω αφού τα ίδια κάνω;

Τα ίδια ακριβώς με σένα.

Αφήνω να με κάψουν σαν μάγισσα σε μια πυρά από κατηγορώ για.. ξανθές αναρχικές σκέψεις…

Γυναίκες-μάγισσες!

Γυναίκες-σειρήνες!


Γυναίκες Ζουλί, Μέριλυν, Τασούλες και Ευανθίες μελαχρινές, κοκκινομάλλες, ξανθιές, καστανές… με ένα έγκλημα… Θέλουν!

Γιατί να θέλουν;

Και τις θέλουν…

Γιατί να τις θέλουν;


Πως τους επιτρέπεται να θέλουν, να θυμούνται ότι είναι άνθρωποι, στο 2017 την ώρα που σιδερώνουν σε ένα πουκάμισο την εθνική και ερωτική τους μοναξιά;

Πάρε αγκαλιά το ασιδέρωτο μανίκι, αγκάλιασε μόνη σου τον εαυτό σου ξανά και ξαναφόρα την γραβάτα του πολιτικού σου, του άντρα σου, του φίλου σου, του αφεντικού σου, του εραστή σου… και πέσε μόνη σου στην πυρά!

Και εσύ φίλε μου κι εσύ που κουβαλάς το άρωμα μιας γυναίκας στη τσέπη σου δίπλα στο πορτοφόλι και στα κλειδιά του αυτοκινήτου, που θέλει ΚΤΕΟ… το άρωμα μιας μάνας, μιας αδελφής, μιας συζύγου, μιας γκόμενας, μιας αγάπης, μιας συναδέλφου, μιας υπάλληλου… άστο να απλωθεί γύρω τριγύρω… να μπει μέσα σου και αν σου φωνάξει ΖΗΣΕ, κάνε το!

Πάρε τώρα τηλέφωνο το στεφάνι σου που σε ένα εικονοστάσι κιτρινίζει με τον χρόνο μέχρι να έρθει το σιέλ του διαζευκτηρίου και πες της… πως θες να της βάλεις ένα στεφάνι από αγριολούλουδα στα μαλλιά να πάει στον διάολο ο μουσακάς και η μακαρονάδα.

Μια πουτανέσκα στα γρήγορα να φτιάξει για το παιδί… και να βρεθείτε οι δυο σας… να χαθείτε.

Και εσύ… εσύ φίλη μου που θες τόσο πολύ την ζωή σου να σου χτυπήσει την πόρτα για έναν καφέ Ελληνικό, άσε το ξεσκονόπανο, τον υπολογιστή, το τιμόνι του αυτοκινήτου, την κατσαρόλα ή το τηλέφωνο και βγες έξω στην βροχή, στον κόσμο, στα όνειρά σου, που ΔΙΚΑ ΣΟΥ είναι… ΠΟΥ ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;

Kι εγώ κι εγώ πάω στην θάλασσα μου…

Για σκέψου… η γοργόνα του βασιλιά Αλεξάνδρου αργοπεθαίνει από μοναξιά στο Αιγαίο και έπιασε στεριά, τίποτα δεν ρώτα πια γιατί κανείς δεν χαλαλίζει χρόνο να απαντήσει.

Κι εγώ μονάχη-μοναχή αλλάζω… δέρμα στην ψυχή να ξαναγεννηθώ γιατί θέλω να ζήσω!

Οι γυναίκες – σειρήνες, καμιά φορά αργοπεθαίνουν από μοναξιά στην στεριά και πιάνουν θάλασσα!

Ίδιο όνομα έχουμε… μαγισσούλα, μάγε…

Ίδιο…

(στην ίδια χώρα ζούμε).

Αναστασία Κορινθίου
kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...