Who’s afraid of the big bad wolf?


Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Μια φορά κι έναν καιρό που λέτε, όταν ήμασταν μικροί, οι γιαγιάδες μας, οι μαμάδες μας, ή όποιος ήταν εύκαιρος τέλος πάντων, μας διάβαζε παραμύθιακιααα.

Και πολύ μας άρεσαν τα παραμυθάκια. Και τώρα δηλαδή μας αρέσουν ειδικά όταν μας τα ξεφουρνίζουν τίποτε σένια γκομενάκια, αλλά τότε το θέμα έπαιζε με βασιλοπούλες, γουρουνάκια, λύκους και με σπιτάκια στο δάσος φτιαγμένα από σοκολάτα.

Πω πω. Πως το λιγουρευόμουν αυτό το σπιτάκι που είχε τοίχους από κέικ, καραμελωμένα τζάμια και κεραμίδια από σοκολάτα. Ακόμα το σκέφτομαι και μου τρέχουν τα σάλια. Να χα κε εγώ ένα τέτοιο σπιτάκι. Ετσι να τρώγεται ε  Θα μπορούσα και να το φάω σε δυό μερες να γλιτώσω και τον ΕΝΦΙΑ. Ζάχαρη θα την πέρναγα..

Αχ τι ωραία χρόνια που λέτε, που μας διάβαζαν αργά αργά τα παραμυθάκια κι εσύ άκουγες χωρίς να ήσουν υποχρεωμένος να το μάθεις απ έξω. Και γλυκά γλυκά, βοοοουυυπ, σ’ έπαιρνε κι ένας ωραίος ύπνος στο παιδικό κρεβατάκι σου.

Αλλά τώρα που μεγάλωσα που τέτοια τύχη.  Αρκούμαι στο να γυρίζω απ’ τη δουλειά και ν’ ακούω στις ειδήσεις διάφορα Ευρωπαϊκά παραμύθια σε σύγχρονες βερσιόν. Κι έτσι μην έχοντας άλλη επιλογή, γέρνω κι εγώ στον καναπέ μου με το υποκατάστατο. Ας είναι…

Υποτίθεται λοιπόν ότι η ψυχοσύνθεσή μας ως παιδιά, ήταν ευερέθιστη και κάθε τι μπορούσε να μας επηρεάσει και μεταγενέστερα. Τα παιδικά τραύματα που λέμε; Αυτά. Τα παραμύθια λοιπόν ήταν το αθώο μέσον που αναλάμβανε τρόπον τινά, έναν ρόλο διαπαιδαγώγησης. Ας δούμε επί τούτου πόσο τα κατάφεραν.

Όπως πολλοί από εσάς, έτσι κι εγώ, ένα απ τα πρώτα παραμύθια που μου διάβασαν, ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα κι ο Κακός Λύκος. Την ιστορία την ξέρετε όλοι, να μην αρχίσω τις φλυαρίες. Θα σταθώ μόνο στο γεγονός ότι ο Λύκος κατασπάραξε την γιαγιά και την Κοκκινοσκουφίτσα και μετά ένας Κυνηγός μεταμορφώθηκε σε χειρούργο-μαιευτήρ και άνοιξε τον Λύκο με καισαρική. Η γιαγιά ξαναγεννήθηκε μαζί με τη μικρή Κοκκινοαπαυτή. Έτσι αφού γεννήθηκαν μαζί ήταν πια αδελφές δίδυμες. Μα τι λέω. Ω ρε μάνα μου. Τι σπλατεριά ήταν αυτή. Αγχώθηκα ήδη. Πάμε παρακάτω.

Χμμ να θυμηθώ. Next. Ο Λύκος και τα 7 κατσικάκια. Μα πάλι ο Λύκος; Τες πα. Σ’ αυτό το επεισόδιο ο Λύκος χλαπακιάζει άπατα και τα εφτά κατσίκια με τη μαμά τους να σκάει μετά και να εγχειρίζει τον λύκο ψύχραιμα. Εδώ έχουμε την κατσίκα χειρούργο. Ααααααα clopy right η δουλειά. Αν θυμάμαι καλά ο Λύκος ήταν σε καταστολή χωρίς αναισθησιολόγο, όταν του κανε την εγχείρηση η κατσίκα και μετά του έβαλε πέτρες μέσα στην κοιλιά του και καλά να νομίζει ότι βαρυστομάχιασε. Και τον έραψε. Θεέ μου τι διαβάζω. Ποιός έγραψε το σενάριο, ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης;

Και μετά λέει ο λύκος σηκώθηκε απ τη νάρκωση, δεν μάσησε που είχε μια τομή με 345 χιλιάδες ράμματα και πήγε στο ποτάμι να πιει νερό όπου οι πέτρες τον πήραν αμπάριζα στο βυθό και πάπαλα. Α καλά. Μαλάκα μου τι ειν αυτα; Κι εγώ κοιμόμουν όταν μου τα διαβάζαν; Απαπα. Κάτι αρχίζει και δεν πάει καλά.

Ουφ. Σκιάχτηκα. Ας αλλάξουμε ζώο. Να πάμε στα γουρουνάκια. Αααα τα τρία γουρουνάκια ναι, που ήταν αδερφάκια και μετά η μαμά τους τα άφησε να βρουν την τύχη τους κι αυτά έχτισαν σπίτια όπου μετά ήρθε και τους χτύπαγε την πόρτα ο………………!!
Εεεε; Να τος πάλι ο Λύκοοοος. Αααααα μα τι γίνεται. Αυτός ο Λύκος έχει γίνει ο Αρτέμης Μάτσας της υπόθεσης. Μα καλά σ’ όλα τα παραμύθια ο καημένος ο λύκος θα την πληρώνει ρε παιδιά; Έλεος. Όπου και πάλι ο λύκος τρώει τα δύο απ τα τρία γουρούνια και μετά πέφτει απ την καμινάδα στο αναμμένο τζάκι και γίνεται Σερραίος αναστενάρης. Πάλι τα ίδια. Μόνο ο τρόπος θανάτου του λύκου αλλάζει. Καημένε μου λυκάκο τι σου χουνε κάνει. Σου χουν γαμήσει την υπόληψη ρε φίλε. Κι αυτή τη φορά με γουρούνια. Πες τους να πα να κάνουν έρωτα ρε. Εγώ μαζί σου είμαι φίλε. Έχω φάει πολύ χοιρινό άλλωστε…

Μην αναφέρω λοιπόν όλη την ανθολογία των αδελφών Γκρίμ. Το point το πιάσατε. Και τα άλλα παραμύθια όμως που δεν είχαν Λύκο, μην νομίζετε ότι πήγαιναν πίσω σε θανατίλα. Στη Σταχτοπούτα ας πούμε η μια αδερφή έκοψε τη φτέρνα της να χωράει στο γοβάκι (μπλιαχ), στη Χιονάτη της έκατσε το μήλο στο φάρυγγα κι έγινε μπλε μαρέν στο νεκροκρέβατο με εφτά κοντούς γύρω γύρω να την κλαίνε (spookie) και το Σοκολατένιο Σπίτι με τον Χανς και τη Γκρέτελ όπου ο Χανς ήταν κλεισμένος σε κλουβί που τον τάϊζε η μάγισσα να τον παχύνει, για να τον κάνει μετά κεφτεδάκια  ΙΚΕΑ. Μάνα μου, δεν μου διάβαζες καλύτερα τον Εξορκιστή; Πιο νορμάλ θα ταν.

Έτσι που λέτε. Την κατάσταση σώζουν κάτι Ασχημόπαπα παρέα με τον Λαγό και τη Χελώνα αλλά εις την πλειοψηφία τους κι αν όχι τα περισσότερα, σίγουρα τα πιο γνωστά έχουν τον Χάρο στην ατμόσφαιρα. Μ αρέσει που  οι γονείς μας μετά μας έλεγαν, να μην παίζουμε videogames με σφαγές, πολέμους και τα λοιπά και οι τηλεοράσεις έβγαλαν και σήμα, απαραίτητη η γονική συναίνεση. Ρε παλουκάρια μας δουλεύετε; Εδώ μας γαλουχήσατε με ακρωτηριασμούς, κανιβαλισμούς και ξαντεριάσματα, και τώρα μας απαγορεύετε να δούμε πυροβολισμούς στο κεφάλι; Πταίσμα.

Και μετά κάτσε μαλάκα Λαμπρίδη και γράφε παραμυθάκια για Μπλέ Χαρταετούς, τον Αχιλλέα τον Αχινό και παπάρια μέντολες. Αίμα θέλει ο λαός ρε από τα γεννοφάσκια του ναούμ. Αίμα και Λύκους. Η συνταγή της επιτυχίας. Σωστά, αφού έτσι κι αλλιώς τα ψυχολογικά τα παιδάκια θα τα πάθουν. Φέρτε μου λοιπόν ένα λύκο να αρχίσω το γράψιμο. Που είναι; Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Παναγιώτης Λαμπρίδης
kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...