Εσένα, άτιμε άνθρωπε, μόνο να σε λυπηθώ μπορώ


Είστε ανάξιοι της προσοχής μας...

Τι άνθρωποι υπάρχουν εκεί έξω, μου λες;
Τι ψεύτες και υποκριτές μας τριγυρίζουν κι εμείς δεν παίρνουμε χαμπάρι;
Ζούμε τη ζωή μας και λέμε πως την έχουμε τακτοποιημένη. Λέμε πως όλα είναι στη θέση τους, άνθρωποι και καταστάσεις σε πλήρη έλεγχο.
Γιατί μας αρέσει η τάξη κι ο έλεγχος. Θέλουμε να νιώθουμε πως τίποτα δε θα μας ξαφνιάσει, τίποτα δυσάρεστο κι εκτός των ορίων μας δε θα συμβεί.
Μπούρδες.
Ο “παράδεισος” που χτίσουμε επιμελώς, εκείνος ο κόσμος ο απόλυτα τακτοποιημένος κι ελεγχόμενος, δεν είναι παρά μια βιτρίνα.
Από πίσω υπάρχουν πράγματα που ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ποτέ.
Υπάρχουν φίλοι φίδια που μας θάβουν. Υπάρχουν άνθρωποι που μας ξεγελούν, υπάρχουν κλέφτες των στιγμών μας και ψεύτες της αλήθειας μας.
Σιχάθηκα. Σιχάθηκα ακούς;
Κάθε φορά ποντάρω στην καλή πλευρά των ανθρώπων. Πιστεύω στην παιδεία και το χαρακτήρα τους, εμπιστεύομαι τη θετική τους αύρα. Κι όμως την πατάω.
Γλυστρώ και πέφτω με τα μούτρα στα σκατά τους. Και πίσω μου πέφτεις κι εσύ. Κι άλλοι πολλοί σαν κι εμάς.
Δε φτιάχτηκε ο κόσμος για τους ιδεαλιστές κι ονειροπόλους μάτια μου.
Δε φτιάχτηκε για τίμια παιχνίδια, δε φτιάχτηκε για ορθές εξηγήσεις.
Ο κόσμος θέλει ατιμίες. Θέλει πισώπλατα μαχαιρώματα και θάψιμο. Πολύ θάψιμο.
Μέσα από τη σαπίλα αναδύεται όλο το μεγαλείο από τα ανθρωποειδή που μας περιβάλλουν.
Και η σιχαμάρα χτυπάει κόκκινα.
Γιατί εμείς, οι πέντε μαλάκες που απόμειναν τίμιοι κι ευθείς σε τούτο το Σύμπαν, δεν είμαστε προετοιμασμένοι για τούτη τη βρωμιά.
Δε θέλουμε καν να διανοηθούμε ότι υπάρχει, πόσο μάλλον να δεχτούμε ότι μας χτυπάει και την πόρτα.
Αν και για να είμαστε ακριβείς καμία πόρτα δε χτυπά η ατιμία. Μόνο την παραβιάζει και μας αναγκάζει να την αντιμετωπίσουμε.
Και πως αντιμετωπίζεις κάτι για το οποίο δεν είσαι έτοιμος;
Πως αντιμετωπίζεις κάτι που δεν περίμενες;
Με θλίψη. Βαθιά κι απέραντη θλίψη που έρχεται να διαδεχθεί το πρώτο σάστισμα.
Γιατί είμαστε άμαθοι στις άτιμες επιθέσεις και δεν πρόκειται να μάθουμε και ποτέ.
Γιατί δε θέλουμε να κατέχουμε την τεχνική. Εύκολη είναι, δεν το συζητώ. Και πολύ πιο εύκολη μάλιστα από ότι διαλέξαμε να έχουμε.
Αλλά δε μας ταιριάζει κι ούτε πρόκειται να της ταιριάξουμε κι εμείς ποτέ.
Όσο για σένα, για εσάς που ανοίγετε το στόμα σας και δεν ξέρετε τι λέτε, δεν αξίζετε μήτε τον οίκτο μας.
Δεν αξίζετε μήτε ένα δάκρυ, μήτε έναν παλμό παραπάνω από το κανονικό μας. Γιατί είστε διάφανοι. Δε σας βλέπουμε, δεν μπορείτε να μας πειράξετε.
Είστε ανάξιοι της προσοχής μας, όπως σταθήκατε κι ανάξιοι της εμπιστοσύνης μας.
Είστε ανθρωπάκια και σας λυπόμαστε.
Πολύ σας λυπόμαστε.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...