Να ακούς πάντα την καρδιά σου. Εκείνη ξέρει…


Πάντα ξέρει…

Έλα να μιλήσουμε για τη μοναξιά.
Για εκείνο το αίσθημα που μπορεί να σου τρώει τα σωθικά την ίδια ακριβώς στιγμή που σε λυτρώνει.
Οξύμωρο, θα πεις.
Μοναξιά, θα σου απαντήσω.
Κι είναι από μόνη της τούτη η λέξη που τα λέει όλα.
Να μιλάς και να σε χτυπά η φωνή σου. Να ζητάς και να μην έχεις να λαβαίνεις από πουθενά.
Ξέρεις, πολλοί την αγάπησαν αυτή την αίσθηση. Λάτρεψαν τη συντροφιά του εαυτού τους. Ίσως να τη βρήκαν μια ασφαλή διέξοδο απέναντι στις πληγές που συνηθίζουν να δημιουργούν οι άνθρωποι στους άλλους.
Ίσως πάλι να θεώρησαν πως έτσι οι ανασφάλειές τους, οι φοβίες και τα πάθη τους μένουν ανενεργά. Καταχωνιασμένα κι ασφαλή από τα αδιάκριτα μάτια.
Άλλοι πάλι, μίσησαν να είναι μόνοι. Και το μισούν ακόμη.
Για εκείνους, ο άνθρωπος γεννιέται μόνος και πεθαίνει μόνος. Μα όλο το μεσοδιάστημα, εκείνη τη φωτεινή γραμμή που λένε ζωή, πρέπει να την περνάει με συντροφιά. Επιβάλλεται ο άνθρωπος να μην είναι μοναχός του. Επιβάλλεται να μοιράζεται. Σκέψεις, λέξεις, αισθήματα.
Και στιγμές.
Βλέπεις για εκείνους, η μαγεία των στιγμών είναι το μοίρασμα. Είναι τα πρόσωπα εκείνα που θα σταθούν δίπλα στο δικό τους.
Ανάμεσα σε όλους στέκεις εσύ. Με ένα πόδι στους μοναχικούς κι ένα στους άλλους. Σε εκείνους που διψούν για την ανθρώπινη επαφή. Σε εκείνους που τη θεωρούν τόσο πολύτιμη όσο ο αέρας που ανασαίνουν.
Στέκεις στη μέση και ψάχνεις τον εαυτό σου. Προσπαθείς να καταλάβεις τι είναι αυτό που εσένα σε εκφράζει καλύτερα. Το μοίρασμα ή η εσωστρέφεια;
Ποιο πληγώνει λιγότερο, αναρωτιέσαι. Μα απάντηση δεν παίρνεις καμία.
Γιατί τη μοναξιά πολλοί τη φλέρταραν. Κι άλλοι τόσοι πόθησαν την ανθρώπινη επαφή.
Τι ζητάς; Τι θέλεις να βρεις εσύ;
Δε γνωρίζεις.
Ξέρεις μόνο πως όταν σε πληγώνουν θέλεις να βυθιστείς σε ένα μαξιλάρι και να κλάψεις μόνος. Ξέρεις πως τα δάκρυα τα θέλεις μόνο για τον εαυτό σου. Για κανένα άλλο βλέμμα.
Και τη χαρά τη θέλεις συντροφιά με εκείνους που αγαπάς.
Παράξενοι οι άνθρωποι, λες. Παράξενος κι εσύ.
Κλείνονται στη λύπη, σα ζώα που απειλούνται και μαζεύονται στο καβούκι τους.
Κι απλώνονται στη χαρά, σα λουλούδια που ανοίγουν στον ήλιο.
Μη με ρωτήσεις τι από όλα είναι σωστό και τι λάθος.
Βλέπεις το ίδιο κάνω κι εγώ. Στο θυμό και τη λύπη αμπαρώνομαι. Στη χαρά, μοιράζομαι.
Δεν ξέρω τι είναι καλύτερο.
Ξέρω μόνο πως ο άνθρωπος πρέπει να κάνει ότι του υπαγορεύει το μέσα του.
Πρέπει να ακούει την καρδιά του. Αυτή ξέρει πότε θα ζητήσει τη μοναξιά και πότε την ανθρώπινη επαφή.
Βλέπεις η σημαντικότερη από όλες τις σχέσεις, είναι αυτή με τον εαυτό σου. Όσο αυτή είναι ζωντανή, όλα είναι καλά.
Γιατί η χειρότερη μοναξιά, η απάλευτη, με τα πυκνότερα σκοτάδια είναι εκείνη της απομάκρυνσης από τον εαυτό και τις επιθυμίες σου.
Μόνο τότε είσαι αληθινά μόνος. Δυστυχισμένα μόνος.
Γι’αυτό το μέσα σου να το φυλάς.
Πάντα να το φυλάς.
Και να το ακούς. Εκείνο ξέρει..
Πάντα ξέρει…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...