‘Ανθρωποι που μοιράστηκαν το ίδιο κρεβάτι, δεν μπορούν να μείνουν φίλοι


Και κάπως έτσι χάνονται οι άνθρωποι.

Μάθαμε να ακούμε για δύσκολους χωρισμούς.
Για έρωτες που θάφτηκαν κάτω από λάθη, απιστίες και προδοσίες. Για ασυμφωνίες χαρακτήρων που συνοδεύτηκαν από όργια καυγάδων και κι εντάσεις.
Μάθαμε να ακούμε για χωρισμούς γεμάτους πόνο και δάκρυα. Που συνοδεύτηκαν από περιόδους βαθιάς θλίψης κι οδύνης.
Και ναι, δε διαφωνώ πως υπάρχουν και τέτοιοι χωρισμοί. Μπορεί μάλιστα και η πλειοψηφία τους να ανήκει σε αυτή την πονεμένη κατηγορία.
Αλλά δεν υπάρχουν μόνο αυτοί.
Υπάρχουν κι άνθρωποι που χώρισαν ειρηνικά. Δίχως τυμπανοκρουσίες και μαλλιοτραβήγματα.
Άνθρωποι που ξύπνησαν μια μέρα και αντίκρυσαν δίπλα τους έναν οικείο ξένο. Έναν άνθρωπο που αγαπούσαν μα που δεν έτρεφαν γι’αυτόν ίχνος έρωτα.
Μόνο συνήθεια. Άλλοτε καλή κι άλλοτε ρουτινιασμένη.
Κι αυτή τη συνήθεια πήραν την απόφαση να την κόψουν. Έτσι απότομα, όπως κόβονται όλοι οι εθισμοί στη ζωή. Μια και κάτω.
Και το έκαναν. Το τόλμησαν και χώρισαν.

“Δεν μπορούμε να είμαστε πια μαζί… Σ’ αγαπώ μα δε σε θέλω. Δεν είναι έρωτας αυτό που έχουμε κι εγώ θέλω να με ανατριχιάζει το άγγιγμα του άλλου ως τα βαθιά γεράματα. Υπερβολή θα πεις. Αλλά έτσι είναι…”

Έτσι είπαν. Κι ο άλλος κατάλαβε. Γιατί βαθιά μέσα του, τα ίδια λόγια είχε έτοιμα κι αυτός. Μόνο που δεν ήξερε πως να τα ξεστομίσει. Γιατί μόνο ο έρωτας έφυγε, όχι η έννοια. Όχι ο φόβος μην πληγώσεις τον άλλο, που πέρασες τόσα και τόσα…
Γιατί δε θέλεις να τον πληγώσεις. Όχι σε αυτό το είδος του χωρισμού.
Εδώ παλεύεις οι λέξεις να τον αγγίξουν όσο πιο μαλακά γίνεται. Δίχως να αφήσουν σημάδια, δίχως να συνοδευτούν από δάκρυα.

“Σ΄αγαπώ αλλά δεν πάει πουθενά, κατάλαβέ με. Μας αξίζει να είμαστε ευτυχισμένοι. Αλλά μαζί δε θα είμαστε.”

Κι αυτός καταλαβαίνει. Και χαμογελά. Δε φωνάζει, δε διαμαρτύρεται. Μοναχά συγκατανεύει και σε παίρνει αγκαλιά.
Και σε αφήνει με την υπόσχεση να τα λέτε. Να μείνετε φίλοι.
Μόνο που γυρνώντας την πλάτη και τραβώντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ξέρετε και οι δύο πως αυτό δεν πρόκειται ποτέ να γίνει. Σαν σύντροφοι υπήρξατε οι καλύτεροι φίλοι. Μα δεν μπορείτε να είστε φίλοι παύοντας να είστε σύντροφοι.
Κι είναι λογικό, αν το καλοσκεφτείς.
Άνθρωποι που μοιράστηκαν την καρδιά, το μυαλό και το κορμί τους, που ζέσταναν το ίδιο κρεβάτι ξανά και ξανά, αδυνατούν να μείνουν φίλοι. Γιατί δεν μπορούν να παρακολουθήσουν αντικειμενικά ο ένας τη ζωή του άλλου. Δεν μπορούν να τη δουν, όσο κι αν θεωρητικά τους χαροποιεί, να τραβά μπροστά.
“Δε θέλω να είμαι μαζί σου αλλά δε θέλω να γνωρίσω αυτόν που θα πάρει τη θέση μου. Σε νοιάζομαι αλλά δε θέλω να μάθω τα ερωτικά σου. Βαθιά μέσα μου με ενοχλούν. Και δεν είναι κυριαρχικές τάσεις. Είναι απλά η αυτόματη αντίδραση του ψυχισμού απέναντι σε έναν άνθρωπο που κάποτε ήταν δικός σου. Χαίρομαι να ανήκεις πλέον αλλού, αλλά δε θέλω να το ξέρω. Γι’αυτό και φίλοι δε θα γίνουμε ποτέ.”

Και κάπως έτσι χάνονται οι άνθρωποι. Και τραβά ο καθένας το δρόμο του και διαφεντεύει τη ζωή του όσο καλύτερα νομίζει.
Είναι βέβαια και φορές που σκέφτεται τον άλλο. Συχνά στην αρχή, καθώς αποτοξινώνεται από τις παλιές, κοινές τους συνήθειες. Κι ύστερα πιο αραιά. Μέχρι που τον ξεχνά τελείως, σαν να μην υπήρξε.
Κι είναι κάτι παλιές φωτογραφίες, μερικές ξέμπαρκες μυρωδιές και κάποιες déjà vu εικόνες που έρχονται να θυμίσουν τα περασμένα. Σκόρπιες αναμνήσεις σε ένα mini αφιέρωμα στο παρελθόν και πάλι μπροστά. Γιατί η ζωή προχωρά μπροστά και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα της.

Κι άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ, που έστω κι από μακριά εξακολουθούν να αγαπιούνται, δε συναντιούνται ποτέ ξανά. Άλλοι θα πουν ότι χώρισαν για καλό. Άλλοι πως έκαναν λάθος. Πως τα μεγάλα πάθη γρήγορα καίγονται και πως μόνο η αγάπη, εφόσον υπάρχει πρέπει να μένει. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα τι ισχύει. Ούτε κι αυτοί.
Ελπίζουν μόνο πως ό,τι αποφάσισαν ήταν το σωστό.
Και πρέπει να είναι… για το καλό τους…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...