Τους ανθρώπους της ζωής μου κάθισα να τους μετρήσω...


Με πόσους ξεκίνησες και πόσους έχεις τώρα;


Ένας, δύο, τρεις… Μπα… Κάπου φρενάρει το πράγμα.

Μέτρα ξανά… και ξανά…
Μέτρα ανθρώπους δικούς σου. Συνοδοιπόρους και συμπαραστάτες.
Ανθρώπους που ήρθαν κι έμειναν. Που σου στάθηκαν όταν όλα γύρω σου κατέρρεαν.
Που πανηγύρισαν όταν όλα ήταν καλά.
Δείξε μου, ποιοι είναι. Μα κυρίως πόσοι είναι.
Με πόσους ξεκίνησες και πόσους έχεις τώρα;
Πόσοι έμειναν στα μισά και πόσους άφησες εσύ;
Λάθη δικά σου. Λάθη ξένα. Μαζεύονται σωρό και διαμορφώνουν τον ανθρώπινο χάρτη σου.

Μέτρα οικείους κι αγαπημένους.
Δεν είναι πολλοί. Θα μπορούσαν ίσως και να είναι. Αλλά δεν έτυχε.
Δεν το κυνήγησες κιόλας. Βλέπεις πάντα ήθελες τα αυθεντικά, τα δύσκολα.
Τα μίσησες τα δήθεν… Αχ, πόσο τα μίσησες.
Τα ψεύτικα χαμόγελα, τα κρύα χέρια. Τις αγκαλιές ήθελες και γνώριζες πλάτες. Και να ήταν χάδια αυτά στις πλάτες, θα ήταν καλά. Ήταν μαχαιριές. Κι εσύ μισείς τις μαχαιριές. Κι όσο τις απεχθάνεσαι, τόσο έρχονται.
Τόσο που σκέφτεσαι πως φταις. Πως οι άνθρωποι που στάθηκαν λίγοι, που δείχτηκαν μικροί, ήρθαν από δικό σου φταίξιμο.

Κι ήταν…

Ίσως όχι στο μεγάλο βαθμό που σου το καταλογίζεις, αλλά ήταν.
Γιατί δεν πρόσεξες, δε φυλάχθηκες. Μόνο στα λόγια αγάπησες τον εαυτό σου.
Δόθηκες. Δεν άκουσες εκείνες τις μικρές φωνές που σου έλεγαν να προσέξεις. Τις φίμωσες να μην ουρλιάζουν κι εμπιστεύτηκες ένα ψεύτικο ένστικτο.
Τι φοβήθηκες; Τη μοναξιά; Ένα άδειο σπίτι; Μια άδεια αγκαλιά;
Ω ναι, αυτό φοβήθηκες. Κι έτσι δε δίστασες να γεμίσεις από τη σαβούρα του καθενός. Και γέμιζες, γέμιζες. Κι ήταν αυτή η κίβδηλη πληρότητα που σε έκανε να μη βλέπεις καθαρά. Και να διώχνεις ανθρώπους που μπορεί και να άξιζαν. Που μπορεί να σε γέμιζαν στα αλήθεια. Ήταν χλωρά που κάηκαν μαζί με τα ξερά. Εξιλαστήρια θύματα ξένων τραυμάτων.

Και τώρα;
Τώρα μετράς. Και για πρώτη σου φορά μπορείς και να εκτιμάς.

Εκτιμάς εκείνους που δεν κάλεσες αλλά ήρθαν. Που έδιωξες μα έμειναν.
Που πλήγωσες κι εκείνοι σε χαστούκισαν και σου είπαν να συνέλθεις. Σου θύμισαν πως εσύ δεν είσαι έτσι. Πως δεν πρέπει να γίνεσαι έτσι. Κι έμειναν…
Μετράς τους ανθρώπους της ζωής σου. Και τους βρίσκεις λίγους μα το χαίρεσαι.
Λίγους και πιστούς.
Λίγους και τίμιους, σωστούς, δίκαιους.

Λίγους μα δικούς σου. Κατά δικούς σου.

Είναι ο θησαυρός, το λιμάνι, ο κυματοθραύστης σου. Είναι η ασφάλεια πως δεν είσαι μόνος. Γιατί δεν αντέχεις μόνος. Κανείς δεν μπορεί μόνος, τι να λέμε.
Οι άνθρωποι της ζωής σου είναι εκεί. Σε κοιτούν, σε προστατεύουν, σου στέκονται. Εσύ φρόντισε μόνο να τους κρατήσεις. Και μην αγχωθείς πως δεν ξέρεις τον τρόπο να το κάνεις.

Θα τον βρεις. Αρκεί να θέλεις να τους κρατήσεις…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...