Χριστουγεννιάτικο διήγημα: "Το γράμμα"


Όμορφη μέρα η σημερινή...

«Σηκώθηκα από νωρίς και βοήθησα τον πατέρα μου στο πότισμα του κήπου. Μ’ αρέσει τόσο πολύ να πιτσιλιέμαι με το νερό και να γίνομαι και γω ένα με τα λουλούδια. Ευτυχώς που πρόλαβα να κάνω μπάνιο και δεν με είδε η μητέρα με τις λάσπες, γιατί μετά ποιός με έσωζε από τις φωνές της.

Το μεσημέρι φάγαμε όλοι μαζί το αγαπημένο μου φαγητό: Κοκκινιστό με τηγανητές πατάτες. Ήρθε και η θεία μου και μου έφερε ένα βιβλίο. Όταν έπεσαν όλοι για το μεσημεριανό ύπνο, εγώ βγήκα έξω στην αυλή. Ο ήλιος με ζέσταινε και με χάιδευε. Πήρα το βιβλίο της θείας και ξάπλωσα κάτω απ’τη σκιά του πεύκου και διάβασα. Μπορεί και να με πήρε ο ύπνος. Ήταν τόσο ήσυχα που δεν κατάλαβα αν κοιμήθηκα ή αν ονειρεύτηκα.

Μετά γύρισα σπίτι γιατί έπρεπε να γράψω έκθεση για το σχολείο: «Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω.» Δεν μπόρεσα να βρω κάτι. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που μπορεί να χωράει όλα αυτά που αισθάνομαι. Θάλασσα θα ήθελα να ήμουνα, πλατιά και απέραντη, που να χωράει στην αγκαλιά της όλα τα πλάσματα της φύσης, που να νευριάζει όταν της κάνουν κακό και να ηρεμεί στα λιμάνια του κόσμου.

Είναι ώρα να κοιμηθώ τώρα. Αύριο ο μπαμπάς πρέπει να πάει στην πόλη για κάτι εξετάσεις. Λέει πως κουράζεται εύκολα τελευταία. Η μαμά μου είπε να μην ανησυχώ. Μακάρι να πάνε όλα καλά.»

Αφού διάβασε το γράμμα σκούπισε τα μάτια της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που αντίκριζε κάτι διαφορετικό μετά από καιρό. Τα δάκρυα στα μάτια της, δεν ασχήμαιναν την εικόνα της. Τo αντίθετο μάλιστα, σαν να συμμερίζονταν την ηρεμία που αναδυόταν απ' το πρόσωπό της.

Μια ηρεμία που χρόνια ολόκληρα είχε να απολαύσει. Ήταν μόλις 12 χρονών όταν έχασε τον πατέρα της, ένα γεγονός που πέρασε και ανακάτωσε τη ζωή της για χρόνια, σαν άνεμος τρελός που ξεσηκώνει στο διάβα του ό,τι δεν αντιστέκεται…και οι αντιστάσεις ενός 12χρονου κοριτσιού δεν είχαν προλάβει να θεριέψουν.

Έμεινε να κοιτάζεται για ώρα. Το μυαλό είχε πάρει τροφή από το γράμμα κάνοντας τη σκουριασμένη μηχανή της σκέψης να δουλέψει ξανά. Μία σειρά εικόνες περνούσαν σαν φωτογραφίες από μπροστά της. Σαν να πρόβαλε κάποιος τη ζωή της σε σλάιντς και εκείνη απλά παρακολουθούσε.

Πρώτα θυμήθηκε το παιδί που πήγαινε σχολείο. Που ενώ ήξερε σχεδόν πάντα την απάντηση, δεν συνήθιζε να σηκώνει το χέρι μέσα στη τάξη. Προτιμούσε να κάθεται να χαζεύει τα πουλιά απ’το παράθυρο και να ταξιδεύει με τα όνειρα της. Γι ' αυτό και δεν μιλούσε πολύ. Της έφτανε να βλέπει, να αισθάνεται και να φαντάζεται.

Να και το έφηβο αγρίμι που κάνει τα πάντα για λίγη αποδοχή και αγάπη. Παραλίγο να χαθεί από το πάθος της να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Δεν καταλάβαινε ότι αυτοί που την πλησίαζαν ήταν απλοί περαστικοί που χάζευαν απλώς τη βιτρίνα, χωρίς να τους ενδιαφέρει το περιεχόμενο. Συνήθιζαν να πουλάν το παραμύθι τους, για να αιχμαλωτίζουν μικρές πριγκίπισσες αντί να τις ελευθερώνουν.

Και τους συνάντησε ξανά μεγαλώνοντας. Κάπου μπλέχτηκε, κάπου μπερδεύτηκε , μα η αγάπη την έφερε πάλι στο σωστό δρόμο. Φυσικά, δεν μπορεί να ξεχάσει την πρώτη της αγάπη. Μόνο ευγνωμοσύνη χωράει στη ψυχή της για αυτόν τον άνθρωπο. Τι κι αν χώρισαν οι δρόμοι τους, η σκέψη του ενός πάντα θα συντροφεύει τον άλλο. Σαν δύο άνθρωποι που βρέθηκαν μόνοι τους στο κρύο και αγκαλιάστηκαν για να ζεσταθούν.

Κάπου εκεί η σιωπή της έσπασε από επαναλαμβανόμενους βαρύτονους ήχους πνευστών οργάνων . Ήταν η παιδική χορωδία πνευστών που έκανε πρόβα στο απέναντι σπίτι. Δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε να αισθανθεί σαν παιδί. Ένα μόνιμο κενό είχε εγκατασταθεί στην ψυχή της, που δεν τη βοηθούσε να κοιτάξει με αισιόδοξο μάτι τη ζωή. Σκέψεις τρελές την έπιαναν ώρες ώρες ότι είναι λέει σαν μια ψυχρή γυναίκα μες στο λούσο, παραδομένη στη ματαιοδοξία της, υπηρέτρια του πλούτου, που θυσίασε όλη της την ομορφιά για μια εικόνα μόνο. Αλλά όλα αυτά προερχόντουσαν από το άγχος της και την ανικανότητα να δώσει μια απάντηση στη ζωή της.

Κάθεται ψύχραιμα και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Κρατάει σφιχτά το γράμμα. Ξέρει ότι όλη η αλήθεια είναι εκεί. Ο καθρέφτης έχει απέναντί του αυτό το παιδί που δεν έσβησε ποτέ από μέσα της. Αυτό το παιδί μίλησε μέσα της μετά από πολλά χρόνια και της θύμισε πόσο διαφορετική φαντάζει η ζωή μέσα από το φακό της απλότητας.

Η ψυχή της άνοιξε και καλωσόρισε ξανά την ομορφιά που είχε χαθεί πίσω από το μουντό γκρι της καθημερινότητας. Τώρα φτάνει μια ολόκληρη μελωδία στα αυτιά της, που την ταξιδεύει. Σκέφτεται ότι σε λίγες μέρες έρχονται Χριστούγεννα. Οι ευχές αγάπης θα παίρνουν και θα δίνουν. Φέτος θα είναι η πρώτη φορά που θα ευχηθεί κάτι μέσα απ' την καρδιά της: να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αγαπήσουμε το είδωλό μας. Τότε ίσως οι ευχές μας να βγουν αληθινές.


Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...