ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ (μερος 2o)


Γιαχαραντάν... ντερβίσηδες

ΝRA (National Recovery Act)
Εν-αρ-ε: αμερικάνικη οικονομική βοήθεια στους μετανάστες για την οικοσκευή τους
NRA=Πράξη Εθνικής Αποκατάστασης.

"...τώρα με το εν-αρ-ε, θα σου πάρω καναπέ..."

Ναργιλές, Αργιλές
Είδος ανατολίτικης συσκευής καπνίσματος, που αποτελείται από μακρύ κι ευλύγιστο σωλήνα (το μαρκούτσι), ο οποίος συνδέεται με φιάλη νερού από μικρό πήλινο δοχείο (το λουλά), στον οποίο καίγεται ένα είδος καπνού (τουμπεκί), που διέρχεται πρώτα από τη φιάλη του νερού, για να ψυχθεί και να φιλτραριστεί και κατόπιν διοχετεύεται δια μέσου τ
ου σωλήνα στο στόμα του καπνιστή.

"...έλα, βρε μάγκα μου, να πιεις
από τον αργιλέ μας
που έχουμε Πολίτικο
μαυράκι στον τεκέ μας..."
[τουρκ. Nargile < περσικ. Nargila].

«Ο αργιλές να τρίζει»: ο αργιλές που έχει πολύ και εκλεκτό χασίσι.

Νεφέσι
1. Κυριολεκτικά, αναπνοή, χνώτο
2. εισπνοή, ρουφηξιά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Στους απάνω μαχαλάδες"
Ερμηνεία: Γ. Βιδάλης

"...Ο λουλάς και το νεφέσι μ' έφεραν σ' αυτή τη θέση..."
[τουρκ. nefes]

Νίλα
Καταστροφή, ζημιά, αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό, συμφορά, πανωλεθρία.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μας φέρθηκες μπαμπέσικα” (1941)
Στ.: Δημ. Σέμσης,μουσ.: Γιώργος Παπασιδέρης.
Ερμην.: Γ. Παπασιδέρης.

"...τι στραπάτσο και τι νίλα
σου κατάφερε η αρβύλα..."

[Άγνωστης ετυμολογίας η λέξη. (Πιθανολογείται πως προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη: νίλα < λατ. nilum =τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία)].

Νισάφι
(Ως επιφώνημα): αρκετά, φτάνει, αμάν.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τα βάσανα της πλύστρας" (1936)
Στ., μουσ.: Δ. Σέμσης
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...δεν αντέχω πια, νισάφι,
θα με φάει αυτή η σκάφη..."
[τουρκ. insaf, με διαχωρισμό του συμφωνικού συμπλέγματος].

Νταβατζής
Εκμεταλλευτής κοινών γυναικών, «προστάτης».

Από το τραγούδι:
"Η Κούλα" (1932)
Στ., μουσ.: Καρίπης
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...χτες σε είδα μεθυσμένη
μ΄έναν νταβατζή μπλεγμένη..."
[τουρκ. davacι = συνήγορος < dava = δίκη].

Νταγιαντίζω, Νταγιαντώ
Υπομένω, αντέχω.

"...έχω μεράκι, έχω νταλγκά,
κανένας δεν τον νταγιαντά..."
[τουρκ. Dayand, από το ρ. dayan= στηρίζομαι, αντιστέκομαι].

Νταής
Γενναίος, παλληκάρι, τολμηρός, προκλητικός.

Νταηλίκι
Παλληκαριά, ζοριλίκι.
Λέγεται και ειρωνικά, με την έννοια του ψευτοπαλληκαρά, του κουτσαβάκη.

Νταηλίζω
Κάνω τον νταή.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Κορόιδο" (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης
"... Πόσες κλωτσιές έχεις να φας
που πάντα νταηλίζεις..."
[τουρκ. dayi].

Νταλκάς, Νταλκαδάκι, Νταλγκάς, Νταλγκαδάκι
Πόθος, επιθυμία, σεβντάς, πόνος.
[τουρκ. dalga = κύμα].

Νταμίρα
Ονομασία για το αυτοφυές φυτό Datura stramonium ή τάτουλας, που είναι πλούσιο σε αλκαλοειδείς ουσίες, ατροπίνη κλπ. και που χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο ναρκωτικό.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Κουβέντα με το Χάρο" (1935)
Στ. - Μουσ. Τούντας
Ερμην.: Ρούκουνας

"...πες μας, βρε Χάρε, να χαρείς: Τι κάνουνε τ’ αλάνια;
Βρίσκουν νταμίρα , έχουν λουλά, ή κάθουνται χαρμάνια;..."

Νταραβέρι
Οποιαδήποτε συναλλαγή, εμπορική σχέση, δοσοληψία., κοινωνική σχέση, σχέση οικειότητας, θόρυβος, αναστάτωση, διαπληκτισμός.
[ιταλ. dare – avere = δούναι – λαβείν].

Νταρντάνα
Ψηλή, εύσωμη κι ωραία γυναίκα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Είσαι φάντης" (1936)
Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης
Ερμηνεία: Αμπατζή

"...και πώς με εκατήντησες
κοπέλα σαν νταρντάνα..."
[ιταλ. tartana = πλατύ φορτηγό καράβι, μεγαλόσωμη γυναίκα].

Ντεπώ ή Ντεπό
Περιοχή στην ανατολική Θεσσαλονίκη.
Παλιότερα, είχε τους μεγαλύτερους μύλους των Βαλκανίων και ονομαστές ταβέρνες, όπως τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα», γνωστή και από το «Μπαξέ τσιφλίκι» του Τσιτσάνη.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Ασυρματιστής" (1938).
Στ., μουσ. : Τσιτσάνης.
Ερμην :Τσιτσάνης, Περδικόπουλος.

"... μα πήρα τον ασύρματο και έγινα προφήτης.
στον ώμο τον φορτώνομαι και στο Ντεπώ πηγαίνω..."
[από το Γαλλικό Dιpτt = Αποθήκη].

Ντερμπεντέρης, Ντερμπεντέρισσα
Λεβέντης, ανοικτόκαρδος, άνθρωπος που διασκεδάζει χωρίς να νοιάζεται για το μέλλον, κουβαρδάς.

"...Ντερμπεντέρισσα μελαχρινή
μου΄χεις κάψει την καρδιά μου
και δεν βρίσκω τη γιατρειά μου..."
[από την τούρκικη λέξη "derbeder" που σημαίνει αλήτης, τυχοδιώκτης].

Ντερτιλής
Αυτός που έχει ντέρτι, πόνο, καημό.
[τουρκ. dertili < derti = βασανισμένος].

Ντερτσάκι, Τερτσάκι
Η τρίτη φωνή.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Μια συννεφιασμένη νύχτα"
Στ., μουσ.: Ροβερτάκης
Ερμηνεία: Παγιουμτζής

"...ήτανε και ο Στελάκης
το ντερτσάκι το γλυκό
ήτανε και ο Μητσάκης..."
[από το ιταλ. τerzo = τρίτος].

Ντιντής
Άνδρας μαλθακός, χωρίς έκδηλο ανδρισμό.

"...Όλους τους μάγκες αγαπάς
και όλους τους νταήδες
και ζούλα ζούλα κυνηγάς
τους φιόγκους και ντιντήδες..."

Ντορβάς, Τορβάς
Σακκίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο ή από το λαιμό του ζώου και μέσα στο οποίο τοποθετείται η ζωοτροφή, ταγάρι.
Βάζω το κεφάλι μου στον τορβά: βάζω σε κίνδυνο τη ζωή μου, παίζω τη ζωή μου κορώνα - γράμματα, διακινδυνεύω.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο λαθρέμπορας" (1934)
Στ., μουσ.: Παπάζογλου
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"...και το κακό κεφάλι σου
μες στον ντορβά να βάζεις..."
[τουρκ. torba < περσ. tobra].

Ντουζένι
Τάξη, αρμονία.
Σαν φράση, "είμαι στα ντουζένια" σημαίνει "έχω κέφια".
Για το μπουζούκι π.χ. η φράση "είναι στο ντουζένι", έχει την έννοια "είναι καλά κουρδισμένο".
(Ντουζένι έλεγε ο Μάρκος το κούρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, το έλεγε και "ευρωπαϊκό" και μ΄αυτό το κούρδισμα παίζονται όλοι οι δρόμοι, ενώ "Καραντουζένι" έλεγε το ΣΟΛ-ΛΑ-ΡΕ).
Με την έννοια ντουζένι αναφερόμαστε σε όλα τα πιθανά κουρδίσματα των χορδόφωνων με τρείς χορδές (δηλαδή το κανονάκι π.χ. δεν έχει κούρδισμα σε ντουζένι). Έτσι, το καραντουζένι είναι ένας από πολλούς τρόπους κουρδίσματος σαζοειδών οργάνων.
Συνήθως οι δύο πρίμες νότες είναι σε απόσταση τέταρτης και η τρίτη (η μπουργκάνα) μπορεί να είναι οποιοσδήποτε σχεδόν φθόγγος της οκτάβας. Ήταν συνηθισμένο κατά τη διάρκεια του παιξίματος και ανάλογα με το κομμάτι που θα ακολουθούσε, να αλλάζει συχνά το κούρδισμα της μπουργκάνας, άρα και το ντουζένι.
[τουρκική λέξη).

Ντουμάνι
Πυκνός καπνός που δημιουργεί αποπνικτική ατμόσφαιρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Εφουμέρναμε ένα βράδυ" (1932)
Στ. - μουσ. - ερμ.: Βαμβακάρης

"...κι έρχουνται δυο πολιτσμάνοι
και μας βρίσκουνε ντουμάνι..."
[τουρκ. Duman = καπνός, γεμάτο καπνό].

Ντουμπλάρω
1. Καλύπτω την επιφάνεια ενός μετάλλου με άλλο πολυτιμότερο ή ανθεκτικότερο ή εσωτερικά ένα συνήθως λεπτό ή διαφανές ύφασμα με άλλο χοντρότερο (φοδράρω).
2. διπλασιάζω
3. αντικαθιστώ.

ντουμπλέ
Κάλυψη, επένδυση.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Εγώ θέλω πριγκηπέσα" (1936)

Στ., μουσ.: Γ. Τσαούς
Ερμην.: Καλυβόπουλος

"...κάθε είδους αργιλέ με διαμάντια όλο ντουμπλέ..."
[γαλ. doubler = διπλασιάζω < λατιν. duplus = διπλός, διπλάσιος].

Ντουμπλέδες
Διπλοί λουλάδες, ίσως για άμεση αντικατάσταση μετά τη χρήση.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Σ' ένα τεκέ σκαρώσανε" (1936)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης, Περδικόπουλος
Ερμηνεία: Γ. Μηττάκη

"...τον τεκετζή εδιάταζαν
τις λουλαδιές ντουμπλέδες..."
[γαλ. doubler = διπλασιάζω < dublus, λατιν. = διπλός, διπλάσιος.]

Ντούρος
Σκληρός, αλύγιστος, στητός, άκαμπτος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Η Λιλή η σκανταλιάρα" (1932)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...Δεν με μέλλει εμένα αν εισ΄αλάνης απ΄τον Κοπανά
και τον ντούρο, βρε μάγκα, μη μου κάνεις..."
[ιταλ. Duro < λατιν. Durus].

Ντούσες
Διπλά, δυάρες.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: "Ο Κουμαρτζής" (1939)
Ερμην.: Πιπεράκης (Χαριλ. Κρητικός)

"...ντόρτια και ντούσες έρχονται
τρομάρα μου και χάνω τα λεφτά μου..."
[από το deuce]

Ντόρτια
Φέρνουμε "ντόρτια", όταν δείχνουν και τα δυο ζάρια τον αριθμό τέσσερα στο τάβλι.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: "Ο Κουμαρτζής" (1939)
Ερμην.: Πιπεράκης (Χαριλ. Κρητικός)

"...ντόρτια και ντούσες έρχονται
τρομάρα μου και χάνω τα λεφτά μου..."
[τουρκ. dφrt = τέσσερα (από τα περσ.) ]

Ξαβέρι
Τα παλιά Καρβουνιάρικα, περιοχή του Πειραιά, η οποία σήμερα συγκεντρώνει τις κυριότερες ναυτιλιακές δραστηριότητες.

Από το τραγούδι : "Ξαβεριώτισσα" (1938)
Στ., μουσ. : Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)
Ερμην. : Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

Ξέμαγκας
Αυτός που αποφασίζει να αφήσει την ανέμελη ζωή και να ζήσει προγραμματισμένα.

Ξεφτέρια (του Αγιωργιού)
Τα εξαπτέρυγα
[εξ + πτέρυξ]

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Μάρκος ο πολυτεχνίτης" (1937)
Στ., μουσ.: Βαμβακάρης
Ερμηνεία: Βαμβακάρης, Καρίβαλη

"...μόνο που δεν κουβάλησα
του Αγιωργιού ξεφτέρια..."

Οντάς
Δωμάτιο, ιδίως το επίσημο.
[τουρκ. oda].

Οντουλάρω
Κατσαρώνω τα μαλλιά, τους δίνω τεχνητό κυματιστό σχήμα, σγουρώνω.

«…Όταν τα μαλλιά σου οντουλάρεις
είσαι ψεύτης, κατεργάρης..."

[Από τη γαλλική λέξη ondulation = κυματισμός].


Οντουλασιόν
Το κατσάρωμα των μαλλιών.

Ακούγεται στο τραγούδι "Ο επαγγελματίας" 1932
σε στίχους, μουσική και εκτέλεση από το Γρ. Ασίκη.
..."να δείτε στα κουρεία που παν τα κοριτσάκια
οντουλασιόν να κάνουνε τα' μορφα τους μαλλάκια..."

[Από τη γαλλική λέξη ondulation = κυματισμός]


Παγανιά
Καταδίωξη, ανίχνευση, σύλληψη ανθρώπου ή ζώου.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο χάρος βγήκε παγανιά"
Στ.: Μ. Ελευθερίου
Μουσ.: Δ. Μούτσης
Ερμηνεία: Δ. Μητροπάνος

"...Ο χάρος βγήκε, βγήκε παγανιά
μεσ' στη δική μου γειτονιά..."
[μσν. παγανέα < παγάνα < λατιν. paganus = χωρικός].

Παπάζι, Παπάτζι, Παπάκι
Φέσι με χρυσή φούντα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Γυφτοπούλα" (1934)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Μπάτης

"...όταν βάζεις το παπάζι
με τη φούντα τη χρυσή..."

Παπάς
Παράνομο και παραπλανητικό παιχνίδι, παιζόταν σε ανοιχτούς χώρους από παίκτες που πόνταραν χρήματα στο ένα από τα 3 τοποθετημένα ανάποδα τραπουλόχαρτα του παιχνιδιού, προσπαθώντας να μαντέψουν ποιο από τα τρία είναι ο Ρήγας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Οι Παπατζήδες" (1952)
Στίχοι - Μουσ.: Τόλης Χάρμας
Ερμηνεία: Μπίνης, Ντούο Χάρμα

"...όπου κι αν πας, όπου κι αν πας
εδώ παπάς, εκεί παπάς..."

Παπατζής
Ο επιτήδειος που παίζει το παιχνίδι «παπάς», ο απατεώνας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Οι Παπατζήδες" (1952)
Στίχοι - Μουσ.: Τόλης Χάρμας
Ερμηνεία: Μπίνης, Ντούο Χάρμα

"...επήγες κι έπεσες μες στους ατσίδες
και σου τα φάγανε οι παπατζήδες..."

Παραδόπιστος
Αυτός που πιστεύει πολύ στο χρήμα, που το αγαπάει υπερβολικά, ο φιλοχρήματος.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Η παραδόπιστη", 1947.
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Τσιτσάνης, Γεωργακοπούλου.
[ παράς + πίστη].

Παρακοπή
Οικισμός στα νότια και δυτικά της Ερμούπολης.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Φραγκοσυριανή" (1935)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

"...θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή..."

Παραπήγματα
Παλιές στρατιωτικές φυλακές στη Βασ. Σοφίας.
Επίσης, παραπήγματα λέγονται οι παράγκες, οι εκτός σχεδίου οικισμοί και οι στρατιωτικές κατασκηνώσεις.

Ακούγεται στο τραγούδι:"Αντιλαλούν οι φυλακές" (1935)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

"...αντιλαλούν τα σήμαντρα
Συγγρού και Παραπήγματα..."

Παρλαμά
Ο Μανώλης Παρλαμάς ήταν ταβερνιάρης στον Πειραιά.
Διακινδυνεύοντας τη ζωή του, με μια βαρκούλα διέσωσε 9 ναυαγούς και περισυνέλεξε 7 πτώματα κατά το ναυάγιο που έγινε στον Πειραιά την 1η Αυγούστου 1937.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Οι αδικοπνιγμένοι" (1937)
Στ. - μουσ. - ερμην.: Κ. Ρούκουνας

"...Το ένα η «Ανάστασις» το άλλο το «Υδράκι»
απέναντι στου Παρλαμά σκορπίσαν το φαρμάκι..."

Παρτίδες
Οι δοσοληψίες, τα πάρε – δώσε, οι σχέσεις με κάποιον.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Παρτίδες" (1950)
Στ., μουσ.: Μ. Χιώτης
Ερμην.: Χιώτης, Χασκήλ, Μπίνης

"...παρτίδες αδερφάκι μου θ’ ανοίξουμε
και την παλιά φιλία μας θα σβήσουμε..."
[βενετσ. Partida < ιταλ. partita < ρήμα partio (λατιν.) = διαιρώ, μοιράζω, κατανέμω.]

Παρόλα, παρόλες
1. Λόγια ανόητα, χωρίς αξία, ακατανόητα.
2. Ομιλία με υπονοούμενα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ντερμπεντέρισσα" (1947)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Χασκίλ

"...δε γουστάρω τις παρόλες, σου ξηγήθηκα..."
[ιταλ. Parola = λέξη, λόγος].

Παστουρμάς
Κομμάτι παστού κρέατος από καμήλα ή από άλλο μεγάλο ζώο, που το αρωματίζουν με τσιμένι, δηλαδή διάφορα καρυκεύματα, μετά το αποξηραίνουν και το οποίο αναδίδει βαριά, έντονη μυρωδιά.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Στου Λινάρδου την ταβέρνα"(1936)
Στ., μουσ.: Π. Τούντας
Ερμην.: Περδικόπουλος

"...Πάει κι ο χατζηραπάνης, παστουρμάς και πεχλιβάνης..."
[τουρκ. pastιrma ]

Πάστρα
1. Είδος χαρτοπαιγνίου, ξερή.
2. «καθαριότητα».

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Δεν ξαναπαίζω ζάρια πια " (1959)
Στ., μουσ: Κ. Φραγκούλης
Ερμηνεία: Β. Περπινιάδης

"...Δεν ξαναπαίζω ζάρια πια
ούτε ραμί και πάστρα..."

Περαία
Ξακουστό παραλιακό προάστιο, 13 χλμ. από τη Σμύρνη, κατοικήθηκε κυρίως από Έλληνες.

Περαίας
Άλλη ονομασία του Πειραιά.

Ακούγεται σε πολλά τραγούδια, όπως:
"Αλάνα Πειραιώτισσα", 1934
Στ, μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης.

"...σε αγαπώ, τσαχπίνα μου, τσαχπίνικο,
γιατί εισ' απ' τον Περαία..."

Πέραν
Περιοχή στην πλευρά του Κεράτιου κόλπου, απέναντι από το Γαλατά.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: "Έχε γεια, Παναγιά"

"..."Στο Γαλατά θα πιω κρασί
στο Πέραν θα μεθύσω..."

Περονιάζω
Για κρύο και υγρασία που είναι ιδιαίτερα διαπεραστικά.
[από την περόν(η)].

Πετσί
Πορτοφόλι, προφανώς από το υλικό κατασκευής.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο καυγάς για το πετσί" (1934)
Στ., μουσ.: Μ. Χρυσαφάκης
Ερμην.: Ρόζα Εσκενάζυ

"...Το πετσί που βρήκες Κόλλια
σκάστο, δωσ' μου τα μισά
[μεσαιωική λέξη: "πετσίον" < πεσκίον υποκορ. του σπάν. ελληνιστ. πέσκος =δέρμα]

Πεχλιβάνης
1. Άνθρωπος δυνατός, παλικαράς.
2. αυτός που σε δημόσιες ( συνήθως υπαίθριες) παραστάσεις επιδεικνύει τις σωματικές ικανότητές του για βιοπορισμό.
3. παλαιστής.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Στου Λινάρδου την ταβέρνα"(1936)
Στ., μουσ.: Π. Τούντας
Ερμην. Περδικόπουλος

"...Πάει κι ο χατζηραπάνης, παστουρμάς και πεχλιβάνης..."
[τουρκ. pehlivan ( = παλαιστής) < από περσ.]

Πίκα
Πείσμα, θυμός που νιώθει κάποιος, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του θιγμένο, προσβεβλημένο, μνησικακία.

"έμαθες πως έχω προίκα,
σπίτι και πολλά λεφτά,
το΄βαλες, Βλάμη, πίκα
να μου πάρεις όλα αυτά.."
[ιταλ. picca < γαλλ. pique].

Πίκινος
Ιδιοκτήτης ενός κέντρου με ορχήστρα που βρισκόταν στο Θησείο, στην οδό Ακάμαντος 26.
Ήταν η περίφημη «Μπύρα του Πίκινου», εξαιρετικά δημοφιλής νυκτερινός προορισμός της εποχής με αξιόλογους μουσικούς.
Μέσα σ’ αυτή τη μπυραρία σε ηλικία 37 χρονών δολοφονήθηκε το 1931 ο Πίκινος για ασήμαντη αφορμή.
Από το Ρούκουνα περιγράφεται ως λεβεντάνθρωπος και ακέραιος χαρακτήρας, που δεν ανεχόταν παρεκτροπές μέσα στο κατάστημά του.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Ο Πίκινος» (1934)
Στ. - μουσ. - ερμην.: Ρούκουνας

"...Μες στο Θησείο βρε παιδιά, στου Πίκινου τη Μπύρα
γλέντησε όλος ο ντουνιάς, Περαίας και Αθήνα…»

Πινόκλης
Ελληνοαμερικανική λέξη, παρατσούκλι για κάποιον που παίζει πολύ "Pinocle" (χαρτιά).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Πινόκλης" (1928)
Στ., μουσ.: Δημοσθ. Ζάττα
Ερμηνεία: Γ. Ιωαννίδης

"...στον Πειραιά γεννήθηκα
και τ' όνομά μου Οινόκλης
μα εδώ ξαναβαφτίστηκα
και γίνηκα Πινόκλης..."

Πισκοπιό
Βρίσκεται στις πλαγιές ενός πευκόφυτου λόφου δυτικά της Ερμούπολης.
Υπήρξε το πρώτο αγαπημένο θέρετρο των προυχόντων Ερμουπολιτών, που έκτισαν το 19ο αιώνα εντυπωσιακές και επιβλητικές βίλες.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Φραγκοσυριανή" (1935)
Στ., μoυσ., ερμην: Βαμβακάρης.

"...Και στο Πισκοπιό ρομάντζα..."

Πλεκτό, Πλεχτό
Φυλακή, κρατητήριο, παράθυρο φυλακής.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Χτες το βράδυ στο σκοτάδι" (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...και με κάνανε πιαστό
με τραβούνε στο πλεχτό..."

Πόγραδετς
Κωμόπολη της Αλβανίας, στη νότια όχθη της λίμνης Οχρίδας.
Στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο την κατείχαν οι Βούλγαροι, αλλά την κατέλαβαν μετά από επίθεση τα συμμαχικά στρατεύματα του Μακεδονικού μετώπου.
Είναι επίσης γνωστό το Πόγραδετς και από το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.
Κατά την επίθεση της Ιταλίας, μετά απ' την κατάληψη της Κορυτσάς απ' το δικό μας Γ' Σώμα στρατού, οι Ιταλοί ανασυντάχτηκαν στο Πόγραδετς. Μετά από σκληρή επίθεση, καταλήφτηκε από το Γ' Σώμα στρατού.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το Μοράβα, το Πόγραδετς" (1947)
Στ., μουσ.: Κασιμάτης
Ερμην.: Μηττάκη.
[σλαβική λέξη (από αντίστοιχη βουλγαρική: κάτω + πόλη)]

Ποδαράδες
Παλιά ονομασία της Νέας Ιωνίας, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες ταπητουργοί από την Πισιδία.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Στους Ποδαράδες μια Πολίτισσα" (1930)
Στ., μουσ.: Αντ. Διαμαντίδης
Ερμην.: Β. Σωφρονίου

"...Είδα μες τους Ποδαράδες μια μικρή Πολίτισσα, γιαβουκλού μου να την κάνω εγώ την ζήτησα..."

Πορτ Σάϊντ
Αιγυπτιακή πόλη στη μεσογειακή ακτή, στην είσοδο της διώρυγας του Σουέζ.

Ακούγεται στο τραγούδι: " Πορτ Σάιντ και Σκεντερία" (1937)
Στ. - μουσ.: Τούντας
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"...εταξίδευα Συρία,Πορτ Σάϊντ και Σκεντερία
κι έμπλεξα με μια μικρούλα , καστανή φελαχοπούλα..."
[Από το Μουχάμαντ Σάιντ, αντιβασιλιά της Αιγύπτου, που κυβέρνησε κατά το διάστημα 1854-1863].

Ποταμός
Κωμόπολη και εμπορικό κέντρο στα Κύθηρα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Στον Ποταμό τα ρούχα μου" (1937)
Στ., μουσ.: Χρυσίνης
Ερμην.: Ρ. Αμπατζή.


"...Στον Ποταμό τα ρούχα μου
στη Χώρα τ' άρματά μου
και στον ωραίο Καραβά
η αγαπητικιά μου..."

Πουλεύω
1. Φεύγω κακήν κακώς (κυριολεκτικά).
2. (μεταφορικά) "Την πούλεψα "= την πάτησα, την έβαψα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Καπνουλού μου όμορφη" (1934)
Στ., μουσ., ερμην.: Μπαγιαντέρας

"...όταν σχολάσεις, γίνεσαι
μια κούκλα πρώτης φίνα
και την πουλεύεις πονηρά
Περαία και Αθήνα..."

Πράσο
Πορτοφόλι.

Πρασατζής
Πορτοφολάς, αυτός που κλέβει πορτοφόλια.

Ακούγονται στο τραγούδι: "Πάνε για το πράσο" (1934)
Στ. - Μουσ: Μ. Χρυσαφάκης
Ερμην.: Ρ. Αμπατζή

"....Ρε συ Νότη πρασατζή
πάμε τσάρκα ρε μαζί ...

...μηχανή εγώ θα φτιάσω
για να φας εσύ το πράσο..."

Πρέζα
Μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας - που πιάνεται ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη - σε σκόνη και εισπνέεται. Επίσης, γενικά η μικρή ποσότητα μιας ουσίας σε σκόνη (π.χ. αλάτι), αλλά και η ρουφηξιά.
Πρεζάκιας: αυτός που παίρνει δόση ναρκωτικού από τη μύτη, ο τοξικομανής.

Ακούγονται στο τραγούδι:
"Ο Πρεζάκιας" (1935)
Στ., μουσ.: Γ. Τσαούς
Ερμηνεία: Αντ. Καλυβόπουλος

"...είμαι πρεζάκιας, μάθε το,
κι όπου κι αν πάγω
οι φίλοι δε με θέλουνε...

...η πρέζα μου κατέστρεψε
για πάντα τη ζωή μου..."
[ιταλ. presa < λατιν. Prehendo = παίρνω].

Πρέφα
1. Παίρνω είδηση, αντιλαμβάνομαι.
2. παιχνίδι της τράπουλας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Βαγγέλης της μαμής" (1936)
Στ.: Δ. Τσακίρης
Ερμην.: Ρ. Αμπατζή.

"...Είμ' ο Βαγγέλης της μαμής
που πρέφα μ' έχουν πάρει..."
[γαλ. preference = προτίμηση < preferer =προτιμώ]

Πριγκηπιώτισσα
Κάτοικος της Πριγκήπου,[τουρκ. Bόyόkada], ενός από τα μεγαλύτερα 9 νησιά, τα Πριγκηπονήσια, στην Προποντίδα.
Παλιότερες ονομασίες του νησιού: «Δημόνησος» και «Πιτυούσα», πήρε το όνομα «Πρίγκηπος» όταν έγινε ιδιοκτησία του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β΄, ο οποίος το 569 έκτισε παλάτι εκεί.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Πριγκηπιώτισσα" (1930)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμην.: Μ. Φραντζεσκοπούλου

Ραβαΐσι
Γλέντι, ξεφάντωμα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Στου Λινάρδου την ταβέρνα" (1936)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"...σ' ένα τέτοιο ραβαΐσι
ποιος μπορεί να μη μεθύσει..."

Ραμί
Είδος χαρτοπαιγνίου με διάφορες παραλλαγές που παίζεται συνήθως από 3 έως 7 παίχτες και με 2 τράπουλες.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Δεν ξαναπαίζω ζάρια πια " (1959)
Στ., μουσ: Κ. Φραγκούλης
Ερμηνεία: Β. Περπινιάδης

"...Δεν ξαναπαίζω ζάρια πια
ούτε ραμί και πάστρα..."
[γαλ. rami].

Ραμολί
Ξεμωραμένος, ξεκούτης.
[γαλλ. ramolli].

Ρασκέτα
Η ξύστρα (εργαλείο των ναυτικών).

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Θερμαστής" (1934)
Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Μπάτης.

"...Κάργα ρασκέτα και λοστό
το Μπέη να περάσω
και μες στου Κάρντιφ τα νερά
εκεί να πάω να αράξω..."

Ρεζίλης
Άνθρωπος χωρίς υπόληψη, ξεφτίλας.
[τουρκ. rezil].

Ρεμιζάρω
Παρκάρω.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Βαλεντίνα" (1950)
Στ., μουσ.: Μητσάκης
Ερμηνεία: Μητσάκης, Τατασσόπουλος, Νίνου

"...έχεις κούρσα και σοφάρεις
κι όπου θέλεις ρεμιζάρεις..."
[γαλ. Remiser <λατιν. Remittere].

Ρεμπελιά
Η απραξία, η αποφυγή κάθε κόπου κι εργασίας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το βέρτζινο μαγκάκι"
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Πλέσσας
Ερμην:Γενίτσαρης

"...Για το μπαγιόκο ρεβελιά
σνομπάρει τώρα τα παλιά
με μαύρο παπιονάκι..."
[βενετ. rebelo = αρχικά αντάρτης, άτακτος πολεμιστής, επαναστάτης. Εξελίχτηκε σημασιολογικά, προκειμένου να δηλωθεί επίσης η έννοια του τεμπέλη, του ανέμελου και του αργόσχολου].

Ρεμπελιό
1. Η απραξία, η αργόσχολη ζωή, η αποφυγή κόπου και δουλειάς.
2. Η ανταρσία, η εξέγερση εναντίον της εξουσίας ή της αρχής, η επανάσταση.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο κουμπούρας απ' τη Βάθη", 1920
Παραδοσιακό, στο όνομα του Σπ. Στάμου.
Ερμην. : Μ. Παπαγκίκα.

"...κι όλοι κάθονται και πίνουν
και στο ρεμπελιό το ρίχνουν..."
[<βενετ. rebelo (< re = ανά + bellis < bellum =πόλεμος) = αντάρτης, άτακτος πολεμιστής, επαναστάτης, αποστάτης.
Η λέξη εξελίχτηκε απ’ ό,τι φαίνεται σημασιολογικά και σήμαινε αργότερα τεμπέλης, ανέμελος, αργόσχολος.]

Ρεστάρω
Μένω χωρίς λεφτά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Η Σατράπισσα" (1948)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Περπινιάδης, Κηρομύτης, Μπέλλου

"...με ρεστάρησε,
στραπατσάρησε το τσαρδί μου..."

Ρέστος
Κατεστραμμένος οικονομικά.

Από το τραγούδι:
"Απόψε στις ακρογιαλιές" (1968)
Στ., μουσ., ερμην.: Τσιτσάνης

"...κι αν είμαι τώρα ρέστος και ταπί
μ΄ένα φιλί παρηγόρα με και συ..."

Ρέφα
Το μερίδιο του αστυνομικού επί των κλοπιμαίων, με αντάλλαγμα τη σιωπή του.
Ρεφάρω: ξανακερδίζω τα όσα έχω χάσει.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Σαλταδόρος" (1942)
Στ. - μουσ.: Μ. Γενίτσαρης

"...μα 'γω πάντα βολεύομαι, γιατί τηνε σαλτάρω
σε καν' αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω..."
[γαλλικά, refaire = επανέρχομαι, αποκαθιστώ].

Ροζικλέρι
Παλιός γνωστός κινηματογράφος στην Πατησίων.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τα νέα της Αλεξάνδρας" (1960)
Στ. - μουσ. : Κ. Γιαννίδης
Ερμην.: Β. Περπινιάδης

" ...και μου παν πως την είδανε να βγαίνει χέρι-χέρι
μαζί με τον Χαράλαμπο από το Ροζικλέρι..."

Ροκαμβόλ
Ήταν το όνομα ήρωα αστυνομικών μυθιστορημάτων περιπέτειας του Γάλλου συγγραφέα Ponson du Terrail, ήρωες οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς το δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Η Κούλα" (1929)
Στ. - μουσ. : Κ. Μισαηλίδης
Ερμην.: Νταλγκάς

"...Aν θέλω στην καρδούλα της εγώ να είμαι μόνος
πρέπει να γίνω Ροκαμβόλ, νταής και δολοφόνος..."

Ρολίνα
Η ρουλέτα, τυχερό παιχνίδι, συνήθως σε καζίνο.
Κάθε παίκτης στοιχηματίζει σε έναν ή περισσότερους αριθμούς ή και σε χρώμα ενός δίσκου με 37-38 αριθμημένα χωρίσματα σε μαύρο και κόκκινο χρώμα εναλλάξ, ο οποίος περιστρέφεται και στον οποίο ρίχνεται και κυλά με αντίθετη φορά μια μπίλια. Ο παίκτης κερδίζει αν η μπίλια σταματήσει σε αριθμό ή και χρώμα στα οποία έχει στοιχηματίσει.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Τσιτσάνης στο Μόντε Κάρλο" (1937)
Στ. και μουσ. Τσιτσάνης,
Ερμην.: Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

"...Μια βραδιά στο Μόντε Κάρλο
πήγα να παρευρεΘώ
μες στους άσους της ρολίνας
να τους συναγωνιστώ..."

Ροσσόλι
Κόκκινο ποτό.
[ιταλ. rosso].

Ρούγα
Δρόμος ή πλατεία, συνοικία, μαχαλάς.
[ιταλ. ruga].

Ρούφος
Ταβάνι.
Ακούγεται στο τραγούδι:
"Η Υπόγα" (1910)
Ερμηνεία Γ. Κατσαρός

" ένας μπάτσος με το κούφιο
ρίχνει μούσμουλα στο ρούφο..."
[ίσως από το αγγλ. roof].


Σακαφλιάς


Ακούγεται στο τραγούδι:"Ο Σακαφλιάς" (1938)
Στ. - μουσ. - ερμην. : Τσιτσάνης

"...στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε το Σακαφλιά..."

Σακουλεύομαι
1. Αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο, την απάτη.
2. Υποπτεύομαι, υποψιάζομαι κάτι το οποίο προσπαθούν να μου κρύψουν.

Από το τραγούδι:
"Η κολπατζού" (1933)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...Μην κάνεις κόλπα ψεύτικα
και λες πως με λατρεύεις
γιατί σε σακουλεύτηκα
πως θες να μου τα παίρνεις..."
[τουρκ. sakal = στάθμη, υπολογισμός].

Σαλβάρι
Είδος φαρδιού παντελονιού περισσότερο για γυναίκες, που σουρώνει στον αστράγαλο και στη μέση, παραδοσιακό ρούχο,κυρίως στην Aνατολή, από τα πολύ παλιά χρόνια.

"...Τι σε μέλλει εσένανε το σαλβάρι μου
για στενό μου, για φαρδύ μου, για καράρι μου..."
[τουρκ. salvar (από τα περσ.)] .

Σαλτάρω
1. Πηδώ.
2. τρελαίνομαι.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Σαλταδόρος" (1942)
Στ. - μουσ. - ερμην.: Μ. Γενίτσαρης

"...θα σαλτάρω, θα σαλτάρω
τη ρεζέρβα να τους πάρω..."
[ιταλ. saltare].

Σαλταδόρος
Αυτός που είναι επιδέξιος στο να σαλτάρει.
Ειδικότερα στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, αυτός που πηδούσε επάνω στα αυτοκίνητα των κατακτητών για να κλέψει.
Επίσης μικροαπατεώνας, επιτήδειος σε αιφνιδιαστικές ενέργειες.

Σαμπαστιάς
Πρόκειται για την καθολική εκκλησία του Saint Sebastian στην Άνω Σύρα.
Η Σύρος έγινε σημαντικό κέντρο του καθολικισμού στο Αιγαίο, από τα έτη 1644-1699, με τη μεσολάβηση της Γαλλίας και τη στήριξη της Βενετίας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Σύρος" (1936)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...με τα πολλά σκαλάκια σου, βρε Σύρα μου,
και με το Σαμπαστιά σου..."
[Σαμπαστιάς: από τον "Saint Sebastian", την καθολική εκκλησία της Άνω Σύρας]

Σαράκι
Μακροχρόνιος ψυχικός πόνος, καημός που δεν εκδηλώνεται και γι΄ αυτό φθείρει. Κυριολεκτικά, το έντομο που κατατρώει το ξύλο

Σαρμάκο
Σιωπώ, υποχωρώ, συμμαζεύομαι, κάνω τουμπεκί, κάνω πως δεν καταλαβαίνω.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Μάρκος κάνει σαρμάκο" (1936)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"τώρα σε βλέπω μ' άλλονε
κι εγώ κάνω σαρμάκο..."

[Κατά το Νικόλαο Πολίτη, ("Λαογραφικά Σύμμεικτα", τ. Β') προέρχεται από τη φράση "κάνε σαμάρκο" ("σαρμάκο", με αντιμετάθεση).
Φράση που σήμαινε: «κράτα το στόμα σου ανοικτό, χάσκοντας όπως το λιοντάρι» και, κατ' επέκταση, "σώπασε", "μη μιλάς".
Η φράση ετυμολογείται από τα λιοντάρια του San Marco, του εμβλήματος δηλαδή της Βενετίας, γνωστού σε όλη την Ελλάδα από τα βενετσιάνικα κάστρα].


Σατράπης, Σατράπισσα
Άνθρωπος αυταρχικός, σκληρός και βίαιος, με πράξεις και συμπεριφορές υπεροπτικές.
[αρχική σημασία: διοικητής επαρχίας αρχ. Περσικού κράτους].

Σβάρνα, Παίρνω σβάρνα
Γυρίζω με τη σειρά, δεν αφήνω χώρο που να μην τον επισκεφτώ.
Κατ' επέκταση, παρασύρω, χτυπώ.

Από το τραγούδι:
"Ένας διαβάτης" (1949)
Στ.: Τζουανάκος, μουσ.: Κοφινιώτης
Ερμηνεία: Τζουανάκος

"...με πνίγει απόψε η ερημιά
και παίρνω σβάρνα τα καπηλειά..."
[< σλαβ. barna].

Σβαρνίζω, Σβαρνώ
Αρχικά σημαίνει περιέρχομαι με σβάρνα (πλατιά και βαριά σανίδα δεμένη κατάλληλα με σκοινιά από άλογο ή βόδι) το χωράφι συμπληρώνοντας το έργο της άροσης. Μεταφορικά τιμωρώ, σκοτώνω.

Σεβιλλιάνες
Οι γυναίκες της Σεβίλλης, (Sevilla), καλλιτεχνικής, πολιτιστικής και οικονομικής πρωτεύουσας της νότιας Ισπανίας, πρωτεύουσας της κοινότητας της Ανδαλουσίας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Σεβιλλιάνες" (1947)
Στ.: Χ. Βασιλειάδης
Μουσ.: Γ. Λαύκας
Ερμην.: Λαύκας, Χασκήλ

Σεβντάς
Ο ερωτικός καϋμός, η λαχτάρα, ο έρωτας.

"...ντέρτι, σεβντά μου άναψες
καμωματού και λιώνω..."
[τουρκ. sevda]

Σέκερη
Οδός παράλληλη της Μέρλιν, όπου στην κατοχή ήταν η έδρα της Γκεστάπο.
Στο αρχηγείο της Γκεστάπο στη Μέρλιν, εκτός από τόπος βασανιστηρίων, ήταν και ο τόπος λήψης αποφάσεων για ομαδικές εκτελέσεις των πατριωτών κρατουμένων. Από τη Μέρλιν ξεκινούσαν τα καμιόνια, ακολουθούσαν την οδό Σέκερη και κατευθύνονταν με τους μελλοθάνατους στα στρατόπεδα εκτελέσεων, ένα από τα οποία ήταν και το Χαϊδάρι.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Χαϊδάρι" που γράφτηκε το 1943,
σε στίχους του Μάρκου Βαμβακάρη .
Δεν κυκλοφόρησε τότε σε δίσκο και η μουσική η αρχική, του Μάρκου, είχε ξεχαστεί. Αργότερα, με μουσική του Στέλιου Βαμβακάρη, το τραγούδι αυτόκυκλοφόρησε σε δίσκο, το 1983.
"...απ' την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
ο Χάρος να με πάρει..."

Σεκλέτι
Στενοχώρια, καημός, συνήθως ερωτικός.

Από το τραγούδι:
"Απόψε στις ακρογιαλιές" (1968)
Στ., μουσ., ερμην.: Τσιτσάνης

"...σεκλέτια διώχνει ο μπαγλαμάς..."
[τουρκ. Sιklet = βάρος, θλίψη, καημός].

Σελέμης
Αυτός που ζει σε βάρος των άλλων, ακαμάτης, αχαΐρευτος, το παράσιτο που ζει με δαπάνες άλλων.
Σελεμώ / -ίζω: οικειοποιούμαι κάτι όχι δικό μου.
[τουρκ. selem = προπληρωμή].

Σερέτης
Βαρύς, δύστροπος, σκληρός, ευέξαπτος.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο σερέτης" (1935)
Στ. - μουσ. : Μοντανάρης
Ερμην.: Γ. Κάβουρας

"...σερέτης είμαι χασικλής
κοτσάνι την περνάω..."
[Από το τούρκικο sert (=σκληρός, σκαιός, απότομος), εξ' ου το σερετιλίκι (τούρκικο sertlik = τραχύτητα, σκληρότητα, ορμητικότητα)].

Σεργιάνι
περίπατος, βόλτα.
[τουρκ. seyran "εκδρομή" (από τα περσ.)].

Σερμπέτι
είδος πολύ γλυκού και αρωματικού αναψυκτικού.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο δραγουμάνος του βεζίρη" (1974)
Στ.: Λ. Παπαδόπουλος
Μουσ.: Λ. Κηλαηδόνης
Ερμηνεία: Μ. Μητσιάς

"...Κι όταν βαράει παλαμάκια
δούλες, σερμπέτια, μέλια έρχονται σωρό..."
[τουρκ. serbet (από τα αραβ.)].

Σέρτικος
βαρύς.
[τουρκ. sert = σκληρός].

Σεχραζάτ
βασίλισσα της Βαγδάτης.

Σηλυβρία
Πόλη της Ανατολικής Θράκης στην Προποντίδα.

Από το τραγούδι: "Σηλυβριανό" , παραδοσιακό, ερωτικό, που πέρασε στη δισκογραφία το 1927, με τον Νταλγκά.

Σίδερα
1. φυλακή.
2.χειροπέδες.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Οι Λαχανάδες" (1934)
στ., μουσ.: Παπάζογλου
Ερμηνεία: Παπάζογλου, Εσκενάζυ

"...τα σίδερα τους φόρεσαν
και στη στενή τους πάνε..."

Σιδέρης
Όνομα δυο ιδιοκτητών τεκέ, στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Η Δροσούλα" (1946)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Παγιουμτζής, Τσιτσάνης

"άνω κάτω χτες τα κάναμε
στου Σιδέρη τον παλιό τεκέ..."

Σκέρτσο
1. προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, ιδίως γυναίκας, για να φανεί χαριτωμένη, νάζι. [ιταλ. Schertzo].
2. Επίσης μουσικός όρος: ζωηρό και εύθυμο μουσικό κομμάτι, τμήμα μιας ευρύτερης σύνθεσης.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ντυμένη σαν αρχόντισσα" (1940)
Στ., μουσ.: Κηρομύτης
Ερμηνεία: Κηρομύτης, Γεωργακοπούλου

"...να πίνεις σαν παλιός μπεκρής,
κουκλάκι μου,
με σκέρτσο να καπνίζεις..."

Σκαλέτα
τρόπος κλεψίματος στα χαρτιά.
Ανακατεύονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει έλεγχος της σειράς με την οποία θα εμφανίζονταν.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το παιχνίδι του Αμερικάνου" (1935)
Στ., μουσ. , ερμ.: Κ. Σκαρβέλης

"...με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ, στην πασιέντα
κι όλο το χτένι δούλευε, στη ζούλα κι η σκαλέτα..."

Σκεντερία
Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Η ονομασία "Σκεντερία", για την Αλεξάνδρεια, είναι παραφθορά του ονόματος του ιδρυτή της, Μ. Αλέξανδρου.

Ακούγεται στο τραγούδι: " Πορτ Σάιντ και Σκεντερία" (1937)
Στ. - μουσ.: Τούντας
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"...εταξίδευα Συρία, Πορτ Σαϊντ και Σκεντερία
κι έμπλεξα με μια μικρούλα , καστανή φελαχοπούλα..."
[Σκεντερία < Ισκεντέρ = Αλέξανδρος]

Σκλάβαινας Στέλιος
Βουλευτής Θεσσαλονίκης στις εκλογές της 26/1/1936, με το Παλλαϊκό Μέτωπο (περιλάμβανε το ΚΚΕ, το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό, το Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό, τη ΓΣΕΕ, και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα ).
Στις εκλογές όμως αυτές κανένα από τα κυρίαρχα κόμματα (Φιλελεύθεροι και Λαϊκοί) δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία, άρα δεν μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, και έτσι το Παλλαϊκό Μέτωπο - το οποίο είχε πάρει το 25% των ψήφων - έγινε ο ρυθμιστής της κατάστασης.
Τελικά στις 19/2/1936 προέκυψε η συμμαχία Φιλελευθέρων (Σοφούλης) με το Παλλαϊκό Μέτωπο (Σκλάβαινας).
Οι όροι για τη συμφωνία αυτή προέβλεπαν την παροχή αμνηστίας σε βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου, αλλά και όλων των εξόριστων, φυλακισμένων, πολιτικών κατάδικων, κατάργηση επίσης του Ιδιώνυμου, διάλυση των φασιστικών οργανώσεων κ.λπ.
Διατάξεις που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στην πράξη, μια και είχε ήδη δρομολογηθεί από κύκλους εντός και εκτός Ελλάδας η δικτατορία του Μεταξά.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Μάρκος υπουργός" (1935)
Στ. - μουσ. - ερμην: Βαμβακάρης

"...μην ξεμπουκάρει ο Σκλάβαινας
και σας μασήσει ούλοι..."

Σκουζέ
Λόφος που βρίσκεται στην Αθήνα.
Η παλιά του ονομασία ήταν λόφος της Ευχλόου Δήμητρος.
Πριν από την Επανάσταση του '21 όμως η οικογένεια Σκουζέ απέκτησε μεγάλες εκτάσεις στην περιοχή με αποτέλεσμα όλος ο λόφος να πάρει το όνομά της, το οποίο διατηρείται ακόμα και σήμερα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Στο λόφο του Σκουζέ", (1940)
Στ., μουσ.: Κοσμαδόπουλος
Ερμην.: Παγιουμτζής.

Σκούνα
Ιστιοφόρο πλοίο με ψηλά κατάρτια.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Η σκούνα" (1962)
Στ., μουσ.: Μ. Χιώτης
Ερμην.: Χιώτης, Μ. Λίντα.
[ιταλ. scuna < αγγλ. schooner].

Σορολόπ
(το ρίχνω στο) σορολόπ:συμπεριφέρομαι ανέμελα και αδιάφορα, κάνω ό,τι μου έρχεται στο μυαλό αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή δεν αντιμετωπίζω κάποιον σοβαρά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Είσαι φάντης" (1936)
Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης
Ερμηνεία: Αμπατζή

"...στο σορολόπ μου το 'ριξες,
βρε ψευτοπονηράκια..."
[τουρκ. sorolop].

Σουπιατζής
καταδότης, ύπουλος.

"...τον αίτιο το σουπιατζή
και το καρφί
θα τονε σουγαδιάσω..."
[< σουπιά].

Σουρμελίδικα (μάτια)
μαύρα μάτια.
[τουρκ. sourmes = μαύρο φυσικό χρώμα για το βάψιμο βλεφάρων και βλεφαρίδων].

Σουρουκλεμές
άνθρωπος που γυρίζει από εδώ κι από εκεί, αχαΐρευτος.
[τουρκ. sόrόklenmek = σέρνω, σέρνομαι, κάνω άσχημη ζωή].

Σουρτούκα
αλήτισσα, γυναίκα που δεν μένει στο σπίτι αλλά γυρίζει εδώ κι εκεί, άτομο που του αρέσει να αλητεύει και να ζει άστατα και ανέμελα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το Παλαμήδι" (1937)
Στ., μουσ.: Γ. Δραγάτσης
Ερμηνεία: Ρούκουνας

"...Όποιον κι' αν έχεις γιαβουκλού αμάν αμάν
μωρή σουρτούκα κουρελού..."
[τουρκ. sόrtόk].

Σοφούλης Θεμιστοκλής
(1860, Σάμος - 1949, Αθήνα).
Αρχαιολόγος, βουλευτής αρχικά και αργότερα αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων, το 1936 υπέγραψε το περίφημο σύμφωνο «Σοφούλη – Σκλάβαινα» με το οποίο θα συνεργαζόταν με το Παλλαϊκό Μέτωπο, μια και στις εκλογές του ’36 το κόμμα του δεν συγκέντρωνε την απόλυτη πλειοψηφία. Αργότερα όμως θα εγκαταλείψει τους συμμάχους του του Παλλαϊκού Μετώπου στον αγώνα για κατοχύρωση της δημοκρατίας, θα παζαρέψει την εκλογή με άλλα κυβερνητικά σχήματα ανοίγοντας ουσιαστικά το δρόμο προς τη δικτατορία του Μεταξά.

Ακούγεται στο τραγούδι: "O Μάρκος υπουργός", (1935)
Στ., μουσ, ερμην.: Μ. Βαμβακάρης

"...για πρόσεξε καλά,
Γιαννάκη και Σοφούλη..."

Σπαθί, Ξηγιέμαι σπαθί
χωρίς περιστροφές, τίμια, ίσια, χωρίς πλάγια μέσα.

Σπαρματσέτο
κερί, κατασκευασμένο από την ουσία spermaceti, η οποία όταν καιγόταν παρήγαγε ιδιαίτερα λευκή και λαμπρή φλόγα, γι΄αυτό ήταν και ακριβό.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τα κεριά τα σπαρματσέτα"
Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...τα κεριά, τα σπαρματσέτα
έλα τώρα άναψέ τα..."

Σπαχάνι
καπνός περσικός, παραφθορά της λέξης Ισπαχάν ή Ισφαχάν (παλιάς πρωτεύουσας της Περσίας).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Εφουμέρναμε ένα βράδυ" (1932)
Στ. - μουσ. - ερμ.: Βαμβακάρης

"...εφουμέρναμ΄ένα βράδυ
αργιλέ, σπαχάνι, μαύρη..."

Σπετσέρης
φαρμακοποιός

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το βασανάκι" (1952)
Στ., μουσ.: Απ. Χατζηχρήστος
Ερμηνεία: Τσαουσάκης, Στάμου, Καλλέργης

"...το γιατρό και τον σπετσέρη
δεν ζητώ, ματάκια μου..."
[ιταλ. spezieri].

Σπηλιά του Δράκου
βρισκόταν πίσω από τον Κερατόπυργο στο Κερατσίνι, αριστερά όπως εισπλέουμε προς τον όρμο, κάτω από το λεγόμενο "Θρόνο του Ξέρξη" - έναν ισόπεδο βράχο.
Στη θέση αυτή υπήρχε κυλινδρικός πύργος, μάλλον ανεμόμυλος, ο λεγόμενος μύλος του Δράκου, από τα ερείπια του οποίου χτίστηκε πυριτιδαποθήκη, που όμως καταστράφηκε από έκρηξη των πυρομαχικών.

Στάμπα
Ειδικό σήμα που έραβαν οι Άγγλοι στην πλάτη του πουκάμισου των Ελλήνων αιχμαλώτων για να τους ξεχωρίζουν από τους Ιταλούς και Γερμανούς.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Μας πήγαν εξορία" ή "Βάρκα γιαλό", ( 1946)
Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Θεολογίτης (Κατσαρός)

"...μας εφέραν στην Ελ Ντάμπα
και στην πλάτη μας μια στάμπα..."

Σταυρωτής
περιφρονητικά ο αστυνομικός, επίσης ο βασανιστής, ο τύραννος.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο σερέτης" (1935)
Στ. - μουσ. : Μοντανάρης
Ερμην.: Γ. Κάβουρας

"...Μα σα μου λάχει σταυρωτής,
ευθύς την αμολάω..."
[σταυρώνω]

Στενή
Η φυλακή.

Στράφι
πηγαίνει κάτι χαμένο, δεν αξιοποιείται ή καταστρέφεται.
[τουρκ. israf , σπατάλη].

Στραπατσάρω
καταταλαιπωρώ κάποιον σωματικά ή ψυχικά. Επίσης προκαλώ μεγάλη ζημιά, τσαλακώνω.
[ιταλ. strapazzar(e)].

Στόκολο
το άνοιγμα στον ατμολέβητα του μηχανοστασίου για την τροφοδότηση με κάρβουνο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Θερμαστής" (1934)
Στ. - Μουσ. και ερμηνεία: Μπάτης.

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι
κι ο θερμαστής στο στόκολο
με έξι φωτιές μαλώνει..."
[αγγλ. stokehole =στόμα στη σχάρα φούρνου, άνοιγμα τροφοδότησης ατμομηχανής. ]

Συγγρού(φυλακές)
Γνωστές για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων φυλακές, κτίστηκαν Ν.Δ. του λόφου του Φιλοπάππου, γύρω στο 1880 από τον Ανδρέα Συγγρό.
Ο Συγγρός, γνωστός από το σκάνδαλο των Λαυρεωτικών, επίσης από το πρώτο - για τα ελληνικά χρονικά - σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου και υπεύθυνος κατά πολύ για την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας, διέθεσε μέρος από την τεράστια περιουσία του για "αγαθοεργίες", ανάμεσα στις οποίες και οι φυλακές αυτές, που υμνήθηκαν σε αρκετά τραγούδια.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Αντιλαλούν οι φυλακές" (1935)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

"...αντιλαλούν τα σήμαντρα
Συγγρού και Παραπήγματα..."

Συνάχι
η χρήση σκληρών ναρκωτικών.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Συνάχης" (1934)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης

"...με ποιόν τα 'χεις, συνάχι μου, αμάν, αμάν και πας να καθαρίσεις
τη ηθική σου θίξανε και πας να εγκληματίσεις..."

Συναχωμένος
αυτός που έχει πάρει σκληρά ναρκωτικά που παίρνονται από τη μύτη (μυτιές), πρέζες, όπως η κόκα, η ηρωίνη κ.λ.π. Ο χρήστης είχε τη συνήθεια να ρουφάει ή να "παίζει" με τη μύτη του, λόγω των ερεθισμών που προκαλούνταν. 2. Επίσης ο θυμωμένος νταής, το κουτσαβάκι.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Συνάχης" (1934)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης

"...Συναχωμένος μου΄ρχεσαι, μουρμούρη μου, μάγκα μου, από πέρα..."

Συρμός
1. μόδα, συνήθως στην έκφραση "είναι του συρμού"= είναι μοντέρνο, είναι της μόδας (με αρνητική φόρτιση).
2. αμαξοστοιχία, τρένο.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τουμπελέκι, τουμπελέκι" (1931)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

"...βρε ποια κασόμπρα του συρμού..."
[ < αρχ. συρμός, κάτι που σέρνεται, που αφήνει ίχνος, σημάδι]

Σότος
φορτωμένος, ματσωμένος.

Σύρμα
το πολύ καλής ποιότητας μαύρο (χασίς), τόσο καλό που έπεφτε σύρμα για την ύπαρξή του, έτρεχαν να ειδοποιήσουν, διαδόθηκε η κυκλοφορία του.
Επίσης, «σύρμα» σημαίνει "χορδή".

Σωτήρχαινας
Πλούσιος κτηνοτρόφος από τη Λειβαδιά (1893 – 1932) ο οποίος κατηγορήθηκε – μάλλον λόγω πολιτικών αντιπαραθέσεων – για την απαγωγή και μετά την εκτέλεση ενός μικρού παιδιού. Στις φυλακές της Αίγινας και ενώ εκκρεμούσε η έφεση που είχε ασκηθεί στον Άρειο Πάγο κατά της καταδίκης του, εκτελέστηκε.

Από το ομώνυμο τραγούδι: «Σωτήρχαινας» (1934)
Στ., μουσ.: Καρίπης
Ερμην: Παπασιδέρης.

Ταξίμι
εισαγωγικό οργανικό κομμάτι της λαϊκής ή της δημοτικής μουσικής, όπου παρουσιάζεται και αναπτύσσεται ο δρόμος στον οποίο θα ακολουθήσει το κυρίως κομμάτι.
[taksim: (στα αραβικά)= διακοπή, πέρασμα, σταυροδρόμι].

Ταπί
χωρίς λεφτά.

Από το τραγούδι:
"Απόψε στις ακρογιαλιές" (1968)
Στ., μουσ., ερμην.: Τσιτσάνης

"...κι αν είμαι τώρα ρέστος και ταπί
μ΄ένα φιλί παρηγόρα με και συ..."
[γαλλ. Tapis = τα ρέστα μου].

Ταράφι
συμμορία, φατρία, ομάδα, κόμμα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το ταράφι και η πιάτσα"
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Γ. Πλέσσας
Ερμην.: Γ. Ντουνιάς

"... το ταράφι και η πιάτσα
θέλουν μόρτη από ράτσα..."

Ταρσανάς
ναύσταθμος, ναυπηγείο.
[τουρκ. tersane].

Ταταύλα
Συνοικία της Κωνσταντινούπολης, ΒΔ. του Πέραν.
Μέχρι το 1922 κατοικείτο αποκλειστικά από Έλληνες, φημισμένους για τα γλέντια τους.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: "Έχε γεια, Παναγιά".

"...Στο Γαλατά ψιλή βροχή
και στα Ταταύλα μπόρα..."

Τεκές
Aρχικά σημαίνει μοναστήρι, ξενώνας και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν σε κάποιους τεκέδες οι μοναχοί, οι δερβίσηδες, κάπνιζαν χασίσι, δυόσμο, λεβάντα ή άλλα βοτάνια, αυτό γινόταν μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία πνευματικής έρευνας. Στους τεκέδες συγκεντρώνονταν σημαντικοί άνθρωποι με ανοικτή σκέψη και μεράκι για έρευνα γύρω από την καθημερινή ζωή, τις τροφές, τα πιοτά, τα βοτάνια, τη φαρμακευτική, την ιατρική, τη μουσική, τους κώδικες και τους κανόνες της ομαδικής και της ατομικής συμπεριφοράς, μέχρι και την οργάνωση της κοινωνίας.
Τους μοναχούς και ερευνητές αυτούς στο χώρο του Ισλάμ τους ονόμαζαν Σούφηδες, δηλαδή φιλοσόφους, ίσως από την ελληνική λέξη «σοφός». Αργότερα η σημασία της λέξης «τεκές» περιορίστηκε και σήμαινε «χασισοποτείο».
[τουρκ. tekke].

Τέλι
1. λεπτό σύρμα.
2. μεταλλική χορδή: (τα τέλια του μπουζουκιού).
[τουρκ. telι].

Τεμπεσίρι
κιμωλία
Κατ' επέκταση, ο πίνακας όπου γράφονταν με τεμπεσίρι τα βερεσέδια των πελατών.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Μονά ζυγά τα χάνουμε"(1973)
Στ.: Γ. Καλαμαριώτη
Μουσ.: Γ. Μητσάκη
Ερμηνεία: Ρ. Κουμιώτη

"...στο καπηλειό του Βελονιά
στη μουχλιασμένη τη γωνιά
και γράφε τεμπεσίρι..."
[< τουρκ. tebesir]

Τερτίπι
κόλπο, πονηριά, ιδιόμορφη συμπεριφορά με πείσματα, καμώματα, νάζια.
[τουρκ. tertip = τέχνη].

Τέρτσος
ρέστος, χαμένος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το παιχνίδι του Αμερικάνου" (1936)
Στ., μουσ.: Σκαρβέλης
Ερμηνεία: Αμπατζή

"...Στον άσσο τρία μου 'λεγε
και δέκα στο πεντάρι
και πάντα τέρτσος έβγαινε, όπλες,
όπου κι αν με ποντάρει..."

Τζανταρμάς
χωροφύλακας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο μπάρμπας μου ο Παναγής"
Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου / Γ. Στεφανάκη

"Είχε σκοτώσει τζανταρμά
όταν περνούσε κατσιρμά
μπροστά απ' το καρακόλι..."
[τουρκ. jandarma < γαλλ. Gendarmerie = χωροφυλακή. Το 1878 Γάλλοι και Άγγλοι αξιωματικοί ανέλαβαν τη δημιουργία της τουρκικής χωροφυλακής].

Τζαρές
1. βελτίωση, καλυτέρευση, λύση.
2. τραύμα, πόνος, ψυχικός πόνος".
3. "Γιαρές" είναι και ερωτικό ανατολίτικο τραγούδι που τραγουδιέται με πάθος.
4. Στη Μάνη που λέγεται η λέξη αυτή, έχει και την έννοια «δύναμη».

Ακούγεται στο τραγούδι:
"...μάγκες, πιάστε τα βουνά και θυμηθείτε τα παλιά
γιαρές δεν γίνεται, παιδιά..."
[τουρκ. yara = τραύμα]

Τζελέπη ή Τσελέπη
Όρμος στο κέντρο του λιμανιού του Πειραιά.
Από το όνομα του Γιάννη Τζελέπη(*) πλούσιου κάτοικου της περιοχής

(*) Ο Τσελέπης ήταν ο πρώτος οικιστής του Πειραιά και επί πολύ το επώνυμό του επισκίαζε το κλασικό όνομα του επινείου της Αθήνας.
Άλλωστε, για χάρη του ο Γεώργιος Παράσχος, φημισμένος ποιητής της εποχής, συνέθεσε και επίγραμμα που χαράχτηκε στον τάφο του και πέρασε στην ιστορία:
«Εδώ, άνθρωπε, σ' αυτό το μνήμα όπου βλέπεις,
κοιμάται, αναπαύεται ο Γιαννακός Τσελέπης...
αφήσας την πατρίδα του Θετταλομαγνησίαν,
πρώτος αυτός ανήγειρεν εις Πειραιά οικίαν».

Μάλιστα, αυτό το επιτάφιο επίγραμμα, όταν πέθανε και η σύζυγος του Τσελέπη, συμπληρώθηκε ως εξής μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου δίστιχου:
«Εν μέσω τόπου χλοερού
και η σύζυγός του η Φλωρού».

Ακούγεται στο τραγούδι: "Εγώ θέλω πριγκηπέσσα" (1935)
Στ., μουσ. : Τούντας
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"...Με είδε κάτου στον Πειραία,
στου Τσελέπη με παρέα..."

Τζες
1. κάποιος που δεν εκτιμούμε ή δεν υπολογίζουμε.
2. αστυνομικός ή ρουφιάνος.
Μεταγενέστερες έννοιες της λέξης: μόρτης, μάγκας, παιδί.
Επίσης, ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος άντρας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Εφουμέρναμε ένα βράδυ" (1932)
Στ. - μουσ. - ερμ.: Βαμβακάρης

"...ζούλα όλοι οι αργιλέδες
φυλαχτείτε από τους τζέδες..."

Τζιβαέρι
1. κόσμημα (φτιαγμένο από πολύτιμη πέτρα).
2. ως επιφώνημα: «θησαυρέ μου»
[τουρκ. cevahir = κόσμημα].

Τζιμάνι
πολύ ξύπνιος, ικανός άνθρωπος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Νίκος ο τρελλάκιας" (1936)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Αν. Δελιάς

"...Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, το Νίκο τον τρελάκια;
παιδί τζιμάνι, μάγκες μου, μα κάνει καβγαδάκια..."

Κατά μια άποψη, από το αγγλ.- αμερικ. G-man, σύντμηση του Government Μan, συνθηματικό για τους πράκτορες του FBI.

Τζιτζιφιές
Στον όρμο του Φαλήρου, μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Φαλήρου.

Από τη «Τζιτζιφιώτισσα» (1927)
Στ., μουσ. : Τούντας
Ερμην. : Νούρος.

Τζογαδούρα
πολύ στενό παντελόνι που προτιμούσε ο Κουτσαβάκης.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Του Περαία το αλάνι" (1934)
Στ., μουσ.: Δ. Μπαρούσης
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...Στου Περαία το λιμάνι,
μου συστήσαν ένα αλάνι.
Τζογαδούρα και στιβάλι
και μεταξωτό ζουνάρι..."

Τζούρα
1. μικρή δόση, ρουφηξιά ναρκωτικού ή τσιγάρου, γουλιά.
2. το υπόλειμμα ενός υγρού στο δοχείο που το περιέχει.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Πέντε μάγκες στον Περαία" (1936)
Στ., μουσ.: Γ. Τσαούς
Ερμηνεία: Καλυβόπουλος

"...φούμαραν και ήταν τζούρα
φώναξαν τον τεκετζή
δεν κατάλαβαν μαστούρα
ήταν σκέτο τουμπεκί..."
(τουρκική λέξη)

Τζούρας
στερημένος από ναρκωτικές ή μεθυστικές ουσίες.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Οι δυο σερέτες" (1933)
Στ., μουσ. : Μαν. Χρυσαφάκης
Ερμηνεία: Κασιμάτης, Νταλγκάς

"...τζούρας είμαι και χαρμάνης
είμαι ο Γιάννης του Ψυρρή..."

Τζόγια, Τζόγια μου
H φράση απαντά σε πολλά παραδοσιακά νησιωτικά τραγούδια. Είναι και φράση δημοφιλής στην Κέρκυρα, όπως και στον Καραγκιόζη.
Στην Κέρκυρα, συγκεκριμένα, σημαίνει "χαρά μου", σε άλλες περιοχές "ψυχή μου", "καμάρι μου", "χρυσέ μου".
[ιταλ. gioia = χαρά].

Τομπουρλίκα
η εύσωμη, η παχουλή γυναίκα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τομπουρλίκα" (1940)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Παγιουμτζής, Γεωργακοπούλου, Κηρομύτης

"Τομπουρλίκα, νύχτα κι η ώρα μία
σ' αυτή την ησυχία έρχομαι να σου πω..."

Τουμπεκί
γενικά ο καπνός, ολόκληρο το φύλλο του καπνού.
Στον τεκέ, το τσιράκι του τεκετζή αναλάμβανε, καθισμένος στη γωνιά του, να τον ψιλοκόψει (αφού προηγουμένως τον είχε πλύνει κάπου έξω) και δεχόταν και παρατηρήσεις όταν τόλμαγε (ως μη όφειλε) να πάρει μέρος στη συζήτηση των θαμώνων: «εσύ, τουμπεκί ψιλοκομμένο...».

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Όταν καπνίζει ο λουλάς" (1946)
Στ., μουσ.: Μητσάκης
Ερμηνεία: Μανησαλής, Μητσάκης.

"...κοίταξε τριγύρω οι μάγκες
κάνουν όλοι τουμπεκί..."

Τουμπεκί, Κάνω τουμπεκί, Τουμπέκα
σώπα, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, προσποιήσου.
«Τάγμα Τουμπεκί» ήταν ο πειθαρχικός ουλαμός που δημιουργήθηκε στο Καλπάκι ( «VIII Συνοριακός Τομέας - Καλπάκιον) το 1923 και αποτελούσε τόπο απομόνωσης για όλα τα «επικίνδυνα» στοιχεία της κοινωνίας. Ήταν μια ομάδα από ετερόκλητους μεταξύ τους ανθρώπους που αυτοονομάστηκε «Τάγμα Τουμπεκί», ονομασία που οφειλόταν στον κώδικα επικοινωνίας, τον «κώδικα τουμπεκί», μια γλώσσα συνθηματική, μη αντιληπτή από τους άλλους, που είχαν καθιερώσει μεταξύ τους. Όταν αργότερα άρχισαν κατά κύματα να εκτοπίζονται στον ουλαμό αυτό και ανεπιθύμητοι λόγω πολιτικών φρονημάτων, σταμάτησε να υπάρχει αυτή η ονομασία, μια και δεν ίσχυε πια συνωμοτική ή συνθηματική γλώσσα. Ο πειθαρχικός αυτός ουλαμός έκλεισε το '36.

Τουμπελέκι, Τουμπερλέκι
κρουστό όργανο με ηχείο αρχικά από πηλό και μεταγενέστερα από μπρούτζο ή αλουμίνιο.
Το πίσω μέρος του ηχείου είναι ανοικτό για να ακούγεται ο ήχος, ενώ στο μεγαλύτερο επιστόμιό του εφαρμόζεται δέρμα ή πιο συχνά πλαστικό.
Το τουμπελέκι παίζεται και με τα δύο χέρια και κρατιέται κάτω από την αριστερή μασχάλη ή κρέμεται από τον αριστερό ώμο. Το δεξί χέρι χτυπά τους ισχυρούς χρόνους και το αριστερό τους αδύνατους. Το δεξί χτυπά συνήθως στο κέντρο της επιφάνειας, όπου έχουμε πιο βαθύ ήχο ενώ το αριστερό στην άκρη κοντά στο χείλος, όπου ο ήχος είναι πιο οξύς και πιο μικρής διάρκειας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τουμπελέκι, τουμπελέκι" (1931)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

"...τουμπελέκι-τουμπελέκι, βρε,
που μας κάνεις το λελέκι..."
[τουρκ: dumbelek]

Τουρσέκι, Ντουρσέκι Τουρσεκάκι
γωνία του δρόμου, σταυροδρόμι.
[τουρκ. dursek].

Τούμπα
Περιοχή στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, σε οικισμό που υπήρχε εκεί από την αρχαιότητα (νεολιθική εποχή).
Οφείλει την ονομασία του αυτή ("τούμπα") στη μορφή λόφων που έχει αυτός ο οικισμός.
Οι λόφοι αυτοί σχηματίστηκαν από διαδοχικά στρώματα επίχωσης, τα οποία δημιουργήθηκαν από την αρχαιότητα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Θεσσαλονίκη όμορφη" (1954)
Στ.: Χρ. Κολοκοτρώνης
Μουσ.: Ανέστος Αθανασίου
Ερμην.: Πρ. Τσαουσάκης - Μ. Γρύλη.

"...Θεσσαλονίκη όμορφη, μεσ’ στην καρδιά μου σ’έχω,
Βαρδάρη, Τούμπα κι Αρετσού, μακριά πια δεν αντέχω..."

Τούμπα
σωλήνες υψηλής πίεσης

Τούνεζι
η Τυνησία. Από το Tunes ή Tunis, στα αραβικά.

Τουφατζής
ο φυλακόβιος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Νικοκλάκιας" (1933)
Στ: Β. Παπάζογλου
Μουσ.: Β. Παπάζογλου
Ερμην.: Αγ. Ιακωβίδης

«….λένε πως ο Νικοκλάκιας
πριν να γίνει κοχλαράκιας
ήτανε κι αυτός μαγγιόρος
τουφατζής και κασαδόρος…»
[τούφα = η φυλακή]

Τραβηχτό
Το καλάμι από το οποίο ρούφαγαν τον αργιλέ.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: "Τα δίστιχα του μάγκα" (1931)
Ερμην: Σπαχάνης - Μανέτας.

"...κόλλα μάγκα στο πλεχτό
κι άρπαξε το τραβηχτό..."

Τραγιάσκα
είδος κασκέτου που το φορούν συνήθως εργάτες.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τραγιάσκες" (1933)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...και οι γκόμενες φορέσανε τραγιάσκες
και στους δρόμους τριγυρνούν και κάνουν τσάρκες..."
[ρουμ. traiasca = ζήτω, επιφ. που θεωρήθηκε ουσ., επειδή ζητωκραυγάζοντας πετούσαν τους σκούφους στον αέρα].

Τρακάρω
1. συναντώ τυχαία
2. παίρνω κάτι χωρίς να έχω τη διάθεση να το επιστρέψω.
3.Τρακάρομαι, είμαι τρακαρισμένος:
φέρομαι με αμηχανία.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Θα κάνω ντου" (1953)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Τσιτσάνης, Νίνου.

"...θα κάνω ντου, βρε πονηρή, στα στέκια που αράζεις
κι αν σε τρακάρω πουθενά
μ΄αυτόν τον άνθρωπο ξανά..."

Τρούμπα
Περιοχή του Πειραιά, αποτελεί μέρος της συνοικίας της Τερψιθέας.
Το όνομα της το οφείλει στην τρόμπα – αντλία - που ήταν τοποθετημένη από το 1860 σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή, στην αρχή της οδού Αιγέως, σημερινής 2ας Μεραρχίας, από το οποίο έπαιρναν νερό τα πλοία.
Κέντρα διασκέδασης και τεκέδες υπήρχαν στην περιοχή πριν την κατοχή, ενώ μετά απ' αυτήν, οίκοι ανοχής και καμπαρέ μέχρι το 1968 που έκλεισαν από το Σκυλίτση.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Χρόνια μες στην Τρούμπα" (1936)
Στ., μουσ, ερμην. : Βαμβακάρης

"...χρόνια μες στην Τρούμπα
μαγκίτης κι αλανιάρης..."

Τσέλιος Θανάσης (Νάσος )
Ληστής, γνωστός ως Τσεκούρας, από τη Βασιλική Καλαμπάκας.
Έδρασε τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μεταξύ Τρικάλων και Καλαμπάκας, προς την περιοχή του Πηνειού και τον Κόζιακα, με ορμητήριο το χωριό Περιστέρα.
Στις 17 Μάη 1911 η συμμορία του Νάσου Τσεκούρα συνέλαβε αιχμαλώτους τον ανακριτή Τσιριγώτη και τον ειρηνοδίκη Φαρκαδόνας Πλάτυκα, τους οποίους άφησε ελεύθερους μόλις έμαθε την ιδιότητα τους. Μετά από τέσσερις ημέρες ο Τσεκούρας έπεσε στα χέρια της αστυνομίας, μετά από προδοσία φίλου του.

Από το παραδοσιακό τραγούδι: "Τσέλιος" (1929) με την Α. Βάκα.

Τσίκα
μικροκομμένο κομμάτι μαύρο και επεξεργασμένο χασίς που τοποθετούσαν στον αργιλέ.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Χτες το βράδυ στου Καρίπη" (1915)
Ερμηνεία: Γ. Κατσαρός - θεολογίτης

"...άντε ν΄εφουμέρναμε την τσίκα,
άντε μ΄ένα μάγκα από τη Σύρα..."

Τσίλια, Τσίλιες, Κρατάω τσίλιες, Φυλάω τσίλιες
παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Της μαστούρας ο σκοπός" (1946)
Στ. - μουσ : Τσιτσάνη
Ερμηνεία: Παγιουμτζής, Κηρομύτης

"...με τη σειρά μου θα τον πιω
τώρα τις τσίλιες μου κρατώ.."

Τσιλιαδόρος
1. αυτός που κρατάει τσίλιες, που φυλάει σκοπιά, που φρουρεί συνήθως για να γίνει κάποια ύποπτη, παράνομη δουλειά
2. αυτός που παραφυλάει για κάτι.
[ιταλ. ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο].

Τσίλικος
καινούριος, αστραφτερός, φινετσάτος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο αραμπατζής" (1934)
Στ., μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης

"...τα τσίλικά σου τ' άλογα
λεβέντη αραμπατζή μου..."
[τουρκ. cil= καινούριος].

Τσίφτης, Τσίφτισσα
άνθρωπος πανέξυπνος, καπάτσος, μάγκας.
Επίσης άνθρωπος άψογος:
1. στην εξωτερική του εμφάνιση.
2. στη συμπεριφορά του - άνθρωπος εντάξει

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Από τη μύτη πιάνεται το έξυπνο πουλί"
Στ.: Σπ. Καλφόπουλος, Μουσ.: Δ. Σαββίδης
Ερμηνεία: Ζαγοραίος, Β.Γκίκα, Μ. Αστέρη

"...είσαι τσίφτισσα γυναίκα
γι' αυτό σ' αγαπώ πολύ..."
[αλβ. qift = γεράκι η αρχική σημασία και κατ' επέκταση ο πανέξυπνος άνθρωπος.].

Τσαγκλί
ξερό κλαδί

Τσακίρικος , (τσακίρικα μάτια)
ελκυστικά, γοητευτικά.

"... Μια τσακιρομάτα, νόστιμη κι αφράτη
μ΄έχει παλαβώσει στο Παγκράτι..."

Τσακιρισμένος
σε κατάσταση έντονης ευφορίας, μεθυσμένος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο μπάρμπας μου ο Παναγής"
Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"...τσακιρισμένος μια βραδιά
κι ως ήταν άντρας με καρδιά
τον βάρεσε η τρέλα..."
[τουρκ. cakir].

Τσακιστή
Η πόρτα.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: "Τα δίστιχα του μάγκα" (1931)
Ερμην: Σπαχάνης - Μανέτας.

"...σάλτα μάγκα μου στην τσακιστή
κάνε ένα λεπτό τον τσιλιατζή..."

Τσακιτζής
Εφές (= αρχιζεϊμπέκης του Αϊδινίου).
Οργάνωσε από το 1899 ανταρσία κατά της Οθωμανικής εξουσίας και ανέπτυξε δράση αντιεξουσιαστική και τόσο έντονα φιλολαϊκή που η ζωή, οι έρωτες και οι περιπέτειές του υμνήθηκαν εκτός από τους Τούρκους και από τους Έλληνες σε τραγούδια:
· «Ο Τσακιτζής», 1930 με τη Ρόζα,
· Ο νέος Τσακιτζής», Γκούτη – Μπακάλη με το Διονυσίου,
· Αμάν αμάν Τσακιτζή», Περπινιάδη, Αργ. Βαμβακάρη με το Βαγ. Περπινιάδη
· Επίσης στο θέατρο Σκιών, στη λογοτεχνία, ακόμα και στον κινηματογράφο.
Δολοφονήθηκε σε ενέδρα το 1911. [τουρκ. Cakici = μαχαιράς, καρφωτής].

Τσαλαπάτημα
ποδοπάτημα, εξευτελισμός.

Τσαμπουκάς
1. ζόρικη και μάγκικη συμπεριφορά, μαχητικότητα,
2. ζοριλίκι, φασαρία, αφορμή για παρεξήγηση.

"...κι όπως σας είπα στη σειρά
και όχι, μάγκες, τσαμπουκά..."
[πιθανόν από το τουρκ. sabikali: ο σεσημασμένος, αυτός που έχει λερωμένο ποινικό μητρώο].

Τσαμπουκαλεύομαι
συμπεριφέρομαι επιθετικά, εριστικά, δημιουργώ προβλήματα, παρεξηγιέμαι.

Τσανακάκια
1. Τουμπελεκάκια, πήλινα τούμπανα.
2. γαβάθες, πήλινα πιάτα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τα Τσανακάκια", παραδοσιακό, 1929
[τουρκ. ηanak ]

Τσαρδί
σπίτι, καλύβι ή υπόστεγο σκεπασμένο με κλαδιά, άχυρο ή καλάμια.
[τουρκ. cardak ].

Τσαχπίνης
1. αυτός που με χαριτωμένα καμώματα προσελκύει την προσοχή και τη συμπάθεια των άλλων.
2. κυρίως για γυναίκα που προκαλεί το αντρικό ενδιαφέρον.

Από το τραγούδι:
"Αλάνα Πειραιώτισσα" (1934)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...σε αγαπώ τσαχπίνα μου, τσαχπίνικο,
γιατί εισ' απ' τον Περαία..."
[τουρκ. capkιn = γυναικάς, με μάτια λάγνα].

Τσερκέδες
μελωδίες που τραγουδούσαν οι Τσερκέδες, Τούρκοι που κατοικούσαν στην περιφέρεια της Σμύρνης.

Τσερκέζος, Τσερκέζα
Ο Κιρκάσιος, η Κιρκασία.
Περιοχή της Ρωσίας που εκτείνεται από τις πλαγιές του μεγάλου Καύκασου μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και την Αζοφική θάλασσα και μέχρι τη Γεωργία.

Ακούγεται στα τραγούδια: "Η Τσερκέζα", παραδοσιακό, σε εκτέλεση με τη Ρόζα, το 1934.
Και «Τσερκές» του Παντελίδη, με τη Ρίτα Αμπατζή.
[Ρωσικά: Cerkezy < οσετ. Carkas = αετός].

Τσικ
Ωραίος, κομψός, γοητευτικός, άψογος.

Ακούγεται στο τραγούδι : "Νέοι χασικλήδες" (1920)
Παραδοσιακό, ερμην.: Νταλγκάς (Α. Διαμαντίδης)

"...είσαι μάγκας, τσικ λεβέντης,
νυχτοπερπατητής..."
[από το γαλλικό chic = φινέτσα, κομψότητα].

Τσιράκι
1. μαθητευόμενος τεχνίτης.
2. αυτός που έχει προσκολληθεί σε κάποιον ανώτερό του, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα κάποιο προσωπικό όφελος.
[τουρκ. cιrak].

Τσιρίγο
Τα Κύθηρα, από παραφθορά του Cytherigo Cerigo, ονομασία που έδωσαν στο νησί Σταυροφόροι και Μεταβυζαντινοί.

Από το τραγούδι: "Τσιριγώτισσα", παραδοσιακό, που πέρασε στη δισκογραφία με την Αντωνοπούλου.

Τσοντάρω
συμπληρώνω το ποσό που απαιτείται για κάποιο σκοπό, συνεισφέρω, ενισχύω, βοηθώ, βάζω το μερίδιό μου.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Αλανιάρης" (1934)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"τσοντάρησε, αδελφούλα μου,
να πιούμε τσιμπουκάκι..."
[βεν. Zonta].

Τσουβαλιάζεσαι
καταλαβαίνεις, παίρνεις χαμπάρι.

Από το τραγούδι:
"Η κολπατζού" (1933)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...Κι αφού δεν τσουβαλιάζεσαι άλλον να βρεις μικρή μου,
κι αφού με σακουλεύεσαι τι θες να 'σαι μαζί μου..."

Τσούρμο
πλήθος ανθρώπων, πλήρωμα (κυρίως πλοίου), κωπηλάτες στις γαλέρες, κατάδικοι.
[ιταλ. ciurma].

Φάντης
1. τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα νεαρού άντρα.
2. απροσδόκητη, ξαφνική και συχνά ανεπιθύμητη εμφάνιση κάποιου.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Είσαι φάντης" (1936)
Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης
Ερμηνεία: Αμπατζή

"...Ε, ρε κι εγώ πού διάλεξα εσένα τον μπερμπάντη
και μου ξηγιέσαι πονηρά, σε κόζαρα, ρε φάντη..."
[< ιταλ. fante, ισπαν. infante, < λατιν. < infans - ntis : στερητ. in + ρήμ. fari (= ομιλώ) = παιδί που δε μιλάει ακόμη πλήρως].

Φαραώ
Παιχνίδι της τράπουλας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι" (1929)
Στ. - μουσ.: Ζάππας
Ερμην.: Κατσαρός (Θεολογίτης)

"...Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι
παίζω κοντσίνα, τριόμφο, φαραώ..."

Φελάχος, Φελάχα Φελαχοπούλα
ιθαγενής αγρότης, χωρικός της Aιγύπτου.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Αλεξανδριανή" (1961)
Στ., μουσ.: Βαμβακάρης
Ερμην.: Βαμβακάρης, Μπιθικώτσης

"...Αλεξανδριανή φελάχα
αχ, την ομορφιά σου να 'χα..."
[αραβ. (της Aιγύπτου) fellah].

Φερμάρω
1. βάζω στο στόχαστρο, ετοιμάζομαι να επιτεθώ.
2. παρακολουθώ με προσοχή, προσηλώνω το βλέμμα μου σε κάποιον ή κάτι. Από τη στάση (φέρμα) που παίρνει το κυνηγόσκυλο όταν βρει το θήραμά του: κοκαλώνει κοιτάζοντάς το, έτσι ώστε να υποδείξει στον κυνηγό το στόχο του.

"...στον καθρέφτη όλο κοιτάζεις
και μπανίζεις και φερμάρεις..."
[ιταλ. fermare ( < λατιν. firmus: στερεός, ισχυρός) =σταματώ, συγκρατώ].

Φθίση
Η φυματίωση.

Φθισικός
O φυματικός (βλ. και χτικιό).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Μάνα μου είμαι φθισικός" (1935)
Παραδοσιακό, ερμηνεία: Γ. Θεολογίτης.

"...μάνα μου είμαι φθισικός..."

Φιντάνι
το νέο φυτό, το βλαστάρι.
Μεταφορικά το νεαρό πρωτοεμφανιζόμενο άτομο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Του Περαία το αλάνι" (1935)
Στ., μουσ.: Μπαρούσης (Λορέντζος) Δ.
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...του Περαία το φιντάνι
βερεσέ άμα τα πίνει
τα ξεχνάει και δεν τα δίνει..."
[τουρκ. fidan < ίσως από το ελληνικό ουσ. φυτάνη].

Φιρμάνι
1. σουλτανικό διάταγμα
2. έγγραφο που κοινοποιεί στον παραλήπτη απόφαση ή εντολή που πρέπει να εκτελεστεί υποχρεωτικά
[τουρκ. ferman].

Φιόγκος
άνδρας μαλθακός, χωρίς έκδηλο ανδρισμό.

"...Όλους τους μάγκες αγαπάς
και όλους τους νταήδες
και ζούλα ζούλα κυνηγάς
τους φιόγκους και ντιντήδες..."

Φοίνικας
Χωριό παραθαλάσσιο στο νοτιοδυτικό τμήμα της Σύρου.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Φραγκοσυριανή" (1935)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

"...θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή..."

Φόρτσα
Eπιρ. (προτρεπτικά) με δύναμη, υπερβολικά, ορμητικά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το κουτσαβάκι" (1933)
Στ., μουσ.: Μίνως Τσάμα
Ερμηνεία: Ζ. Κασιμάτης

"...έχω ντερβίση, μάγκα κι αλανιάρη
έχω λεβέντη και φόρτσα μπελαλή..."
[ιταλ. forza < λατιν. fortis = ισχυρός, δυνατός].

Φουμέρνω, Φουμάρω
καπνίζω (τσιγάρο, χασίς κλπ.).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Εφουμέρναμ' ένα βράδυ" (1933)
Στ., μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης

"...εφουμέρναμ' ένα βράδυ
αργιλέ, σπαχάνι, μαύρη..."
[ιταλ. Fumare < fumus, λατιν. = καπνός]

Φουντάρω
βουλιάζω, βυθίζομαι, πάω στον πάτο, στο βυθό, (κατ΄επέκταση: πέφτω από ένα ύψος προς τα κάτω, στο βυθό, στο έδαφος κ.λ.π..), βουλιάζω, ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ και αράζω.
[παλ. ιταλ. fondar(e)].

Φουρκάλι, Φρουκάλι
Σκούπα αυτοσχέδια.

"...Πού να βρω βασιλικό
να το μπλέξω ένα φουρκάλι..."

Φραμπαλάς
1. είναι λωρίδα από ύφασμα με πιέτες ή σούρα που τη ράβουν στο κάτω μέρος ενός ρούχου, φούστας, φορέματος ή στα μανίκια, για διακοσμητικό.
2. Άνθρωποι που διασκεδάζουν και κάνουν θόρυβο μαζεμένοι όλοι μαζί, που αστειεύονται κ.λπ.
3. Η χοντρή γυναίκα
4. Γενικά, η γυναίκα που άρεσε στους άντρες.

Προέρχεται από τη γαλλική λέξη: farbella, με την ίδια σημασία (λωρίδα υφάσματος...)και στην αρχή η λέξη ήταν "φαρμπαλάς" (με αντιμετάθεση "φραμπαλάς".)

Φρατέλοι
ονομάζονταν οι Ιταλοί στρατιώτες (δεν έχει τη σημασία κάποιου τίτλου στρατιωτικού η λέξη) κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για να φανεί η σύμπνοια, η συναδέλφωσή τους.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τους Κενταύρους δε φοβάμαι" (1940)
Στ.: Δ. Αρμπατζόγλου
Μουσ. και ερμηνεία: Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)

"...Οι φρατέλοι σα με δούνε
ψάχνουν δρόμο για να βρούνε,
μα τους στρώνω στο κυνήγι
κι εκείνοι όπου φύγει-φύγει..."
[fratello, ιταλ. = αδελφός, σύντροφος]

Φρούμελ
Λικέρ χρώματος τριανταφυλλί, των αδελφών Παναγιωτάκη.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ουίσκι, τζιν και φρούμελ"
Στ. - μουσ. : Καραπατάκης
Ερμην.: Καζαντζίδης.

"...θα πιούμε τζιν και φρούμελ
θα πιούμε και μπανάνα..."

Φρόκαλο
Σκουπίδι, και κατ' επέκταση, "τιποτένιος άνθρωπος", "χαμηλής νοημοσύνης", αλλά και "άσχημος".

Φρύγανο
1. Το μικρό ξερό κλαδί ή θάμνος, που χρησιμοποιείται συνήθως ως προσάναμμα σε φωτιά.
2. Επίσης, τύπος φυσικού οικοσυστήματος, ξηρού και άγονου, στο οποίο κυριαρχούν μικροί θάμνοι και ποώδη φυτά.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Πήραν τα φρύγανα φωτιά"
Στ. - μουσ. - ερμην.: Μουφλουζέλης

"...απ' τα θερμά μας τα φιλιά
πήραν τα φρύγανα φωτιά..."
[ < αρχ. φρύγανον]

Χαβάς
Σκοπός, μελωδία τραγουδιού. Επίσης πεισματώδης επανάληψη των ίδιων λόγων, πράξεων, συμπεριφοράς κλπ. («Χαβάς» στα τούρκικα σημαίνει «αέρας»)

Χαϊδάρι
Δήμος Β.Δ. της Αθήνας.
Κατοικήθηκε κυρίως από πρόσφυγες, μετά το μικρασιατικό ξεριζωμό.
Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιουργήθηκε στο Χαϊδάρι από τους Γερμανούς ένα από τα σκληρότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Χαϊδάρι" που γράφτηκε το 1943, σε στίχους του Μάρκου Βαμβακάρη .
Δεν κυκλοφόρησε τότε σε δίσκο και η μουσική η αρχική, του Μάρκου, είχε ξεχαστεί. Αργότερα, με μουσική του Στέλιου Βαμβακάρη, το τραγούδι αυτόκυκλοφόρησε σε δίσκο, το 1983.

"...Τρέξε μανούλα να με δεις, τρέξε για να με σώσεις,
Κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου να μ’ απελευθερώσεις..."

Χαλιμά
Κεντρική ηρωίδα της συλλογής ανατολίτικων ιστοριών Χίλιες και μια νύχτες, με το οποίο όνομα ο άγνωστος μεταφραστής του 19ου αιώνα αντικατέστησε το αυθεντικό όνομα Σεχραζάτ (περσ. προέλευσης), ίσως γιατί είχε ακούσει αραβική διασκευή του παραμυθιού.
[ "παραμύθια της Χαλιμάς"= λόγια, υποσχέσεις που δύσκολα γίνονται πιστευτά ή που δεν μπορεί κανείς να αποδείξει].

Ακούγεται στο τραγούδι: "Χαλιμά" (1948)
Στ., μουσ.: Τατασσόπουλος
Ερμην.: Καλφόπουλος.

Χαμάμ
δημόσια θερμά λουτρά ανατολίτικου τύπου.
Κατ' επέκταση το πλύσιμο του σώματος που γίνεται σ' αυτά και που συνοδεύεται από δυνατό τρίψιμο, αλλά και κάθε κλειστός και υπερβολικά ζεστός χώρος.

Ακούγεται στο τραγούδι"
"Μες στης πόλης το χαμάμ" (1935)
Στ., μουσ., ερμην.:Δελιάς

"μες στης πόλης το χαμάμ
ένα χαρέμι κολυμπά..."
[τουρκ. hamam (από τα αραβ.)].

Χανούμισσα Χανουμάκι
η γυναίκα που ζει στο χαρέμι.
2. γενικά, η Μουσουλμάνα.

Από το τραγούδι:
"Ο Μπουφετζής" (1935)
Στ., μουσ., ερμην.: Μπάτης

"...θέλω να γίνω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες
να΄ρχονται οι χανούμισσες να πίνουν αργιλέδες..."
[τουρκ. Hanim].

Χαράμι
ανώφελα, μάταια, για κάτι που γίνεται ή που ξοδεύεται ανώφελα, χωρίς να το αξίζει ή χωρίς να υπάρχει κάποιο κέρδος.
[τουρκ. haram: απαγορευμένο από τη θρησκεία, κακό - αραβ. harim: απαγορευμένος, ιερός, φράση: haram olsun? να μην το χαρείς;].

Χαραμίζω: διαθέτω ή ξοδεύω κάτι άδικα, χωρίς να έχω το αποτέλεσμα που περίμενα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Για σένα μαυρομάτα μου" (1947)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...για σένα μαυρομάτα μου
χαράμισα τα νιάτα μου..."

Χαρακίρι
1. Κάθε πράξη αυτοκαταστροφής.
2. "θα κάνω χαρακίρι"= έκφραση απόγνωσης, όταν κάποιος δεν μπορεί να αντέξει άλλο μια κατάσταση
3. τελετουργική αυτοκτονία με βαθύ σκίσιμο της κοιλιάς με ξίφος ή μαχαίρι. Ήταν μέρος της παλιότερης παράδοσης της ιαπωνικής στρατιωτικής τάξης των σαμουράι και αποτελούσε βασικό στοιχείο του κώδικα τιμής για πολεμιστές ή αξιωματούχους που είχαν ατιμαστεί, καταδικαστεί σε θάνατο ή ήταν έκφραση βαθύτερου πένθους.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το χαρακίρι", 1952
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Μπίνης, Χασκήλ.

Χαρέμι
στους μουσουλμανικούς λαούς, το διαμέρισμα των γυναικών, ο γυναικωνίτης. Συνεκδοχικά, το σύνολο των γυναικών ενός Οθωμανού που κατοικούν σ' αυτό το διαμέρισμα, δεδομένου ότι στη μουσουλμανική θρησκεία και νομοθεσία αναγνωρίζεται η πολυγαμία. Μεταφορικά,
1. οι γυναίκες τις οποίες ένας άντρας έχει ταυτόχρονα ως ερωμένες του,
2. πολλές γυναίκες που τυχαίνει να συνοδεύονται μόνο από έναν άντρα.
[(τουρκ. harem = γυναικωνίτης‹ αραβ. haram = το απαγορευμένο, το ιερό)].

Χαρμάνης
ο εθισμένος χρήστης ναρκωτικών, ο οποίος δεν έχει κάνει χρήση για πολύ καιρό, με αποτέλεσμα να υφίσταται το σύνδρομο της στέρησης.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο πρεζάκιας" (1935)
Στ. - μουσ.: Γιοβάν Τσαούς
Ερμηνεία: Α. Καλυβόπουλος

"...χαρμάνης όταν κάθομαι πως σκέφτομαι την πείνα
σαν μαστουρώνω, βρε παιδιά, δική μου είν΄η Αθήνα..."
[τουρκ. harman < περς. Xarman].

Χαρχαλάς
1. Αυτός που κάνει θόρυβο, αρβάλα.
2. Αυτός που ψαχουλεύει κάνοντας θόρυβο.
3. Ο χωρίς χάρη, ο χοντροκομένος στις κινήσεις του, ο αργόστροφος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο πιτσιρίκος" (1933)
Στ., μουσ.: Γ. Δραγάτσης
Ερμην.: Μ. Πολίτισσα

"...γιατί να σπάσεις το λουλά
βρε πιτσιρίκο χαρχαλά..."
[Πιθανόν από το "χάλι" < χαλεύω και χαλώ.
ρήμα "χαρχαλεύω" = ανακατεύω, αφρατεύω το χώμα, σκαλίζω].

Χάσικος
σημαίνει καλής ποιότητας, εκλεκτός, καθαρός, άσπρος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Είσ' αφράτη σαν φραντζόλα" (1940)
Στ., μουσ., ερμ.: Βαμβακάρης

"...είσαι αφράτη σαν φραντζόλα
σαν το χάσικο ψωμί..."
[τουρκ. has]

Χασίς
διεγερτική ουσία, προστιθέμενη συνήθως στον καπνό του ναργιλέ ή του τσιγάρου, με σκοπό τη μετάβαση σε κατάσταση έντονης ψυχικής διέγερσης, τη λεγόμενη μαστούρα. Παρασκευάζεται από το φυτό Ινδική Κάνναβις και η χρήση του, αρκετά διαδεδομένη σε παλαιότερες εποχές σε ανατολικές χώρες και μυστικιστικούς πολιτισμούς, είναι στο δυτικό κόσμο από πολλές δεκαετίες απαγορευμένη. Παρεμφερείς ονομασίες: χασίσι, μαύρο / μαύρη (σε αντιδιαστολή με την άσπρη (ουσία), την κοκαΐνη).

Χατζηκυριάκειο
Συνοικία του Πειραιά, στα νοτιοανατολικά της πόλης, στο δυτικό άκρο της Πειραϊκής χερσονήσου.

Από το τραγούδι: "Χατζηκυριάκειο" (1938)
Στ., μουσ. : Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)
Ερμην. : Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

"Από βραδύς ξεκίνησα
μ' ένα καλό μου φίλο
για το Χατζηκυριάκειο και για τον Άγιο Νείλο..."

[Το όνομα της το οφείλει στο Σμυρναίο κτηματία και έμπορο Ιωάννη Χατζηκυριακό ο οποίος το 1889 ίδρυσε το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο].

Χήνα
το χιλιάρικο. Μεταφορικά, οποιοδήποτε χάρτινο νόμισμα.

Χούβερ Χέρμπετ
Πρόεδρος των ΗΠΑ την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929, εποχή που χαρακτηρίστηκε ειδικά στις ΗΠΑ ως η "Μεγάλη Εξαθλίωση" και προκλήθηκε μετά από το χρηματιστηριακό κραχ στις 29 Οκτωβρίου του 1929.

Ακούγεται στο τραγούδι : “Με τις τσέπες αδειανές” (1934)
Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Θεολογίτης (Κατσαρός)

"... με τα μούτρα κρεμασμένα με τις τσέπες αδειανές
περπατούμε μες στους δρόμους, Χούβερ τι μας έκανες ..."

Χρυσή, Βγάζω τη χρυσή
1. παθαίνω ίκτερο και κιτρινίζω.
2. θυμώνω υπερβολικά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το καφεδάκι" (1950)
Στ., μουσ.: Χιώτης
Ερμηνεία: Χασκίλ, Μπίνης, Χιώτης

"...απ΄τη λαχτάρα μου θα βγάλω τη χρυσή..."
[χρυσή = ίκτερος, λαϊκ.].

Χτένι
τρόπος κλεψίματος στα χαρτιά. Ανακατεύονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει έλεγχος της σειράς με την οποία θα εμφανίζονταν.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το παιχνίδι του Αμερικάνου" (1935)
Στ., μουσ. , ερμ.: Κ. Σκαρβέλης

"...με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ, στην πασιέντα
κι όλο το χτένι δούλευε, στη ζούλα κι η σκαλέτα..."

Χτικιάζω
1. προσβάλλομαι από χτικιό, από φθίση
2. (μεταφ.) για δήλωση έντονης στενοχώριας, αγανάκτησης.
3. ταλαιπωρούμαι, κουράζομαι. Επίσης κάνω κάποιον να πάθει φθίση, «λειώνω», εξαντλώ κάποιον.

Χτικιό
1. φυματίωση
2. (μτφ.) μεγάλη κούραση, ταλαιπωρία

Χότζας
1. Μουσουλμάνος ιεροδιδάσκαλος, ο οποίος γνωρίζει, ερμηνεύει και διδάσκει το ιερό βιβλίο, το Κοράνι. (πρβ. ιμάμης).
2. Πρόσωπο της λαϊκής παράδοσης, πρωταγωνιστής διασκεδαστικών ηθικοπλαστικών ιστοριών της Ανατολής.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί "(1947)
Στ.: Μπ. Βασιλειάδης
Μουσ.: Ι. Σταμούλης
Ερμηνεία:Χασκήλ

"...Σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί..."
[τουρκ. hoca < περσ. khwaja, (αρχική σημ.: δάσκαλος)].

Ψιλό γαζί
συστηματικά κοροϊδεύω κάποιον χωρίς αυτός να το αντιλαμβάνεται.

Ψυρρή
Ιστορική συνοικία με πλατεία που έφερε το ίδιο όνομα (σήμερα λέγεται "πλατεία Ηρώων" ) στο κέντρο της Αθήνας.
Πρώτοι της κάτοικοι εσωτερικοί μετανάστες από ορεινές περιοχές, άγονα νησιά και αλύτρωτες πατρίδες από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Μάζες άνεργες και εξαθλιωμένες οι περισσότεροι από αυτούς, ωθήθηκαν και στην παρανομία για τις ανάγκες της σκληρής επιβίωσης ή «αξιοποιήθηκαν» από εκπροσώπους των δυο κυρίαρχων κομμάτων της εποχής για προπαγάνδα και εκφοβισμό ψηφοφόρων στη μεταξύ των κομμάτων πολιτική αντιπαράθεση.
Ανάμεσά στους παλικαράδες του Ψυρρή χαρακτηριστικός τύπος οι κουτσαβάκηδες, με τον ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας και ενδυματολογίας και την προκλητική απέναντι στους εχθρούς τους συμπεριφορά, οι μόρτηδες [: νεκροθάφτες που είχαν μαζέψει τους νεκρούς της επιδημίας χολέρας κατά τα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1854 - 1857)] και οι τραμπούκοι.
Από το 1892 άρχισε η διαδικασία "εκκαθάρισης" της περιοχής του Ψυρρή από τα "παραβατικά" στοιχεία από τον τότε αστυνομικό διευθυντή Δημήτρη Μπαϊρακτάρη.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο μάγκας του Ψυρρή".
Παραδοσιακό, το ερμήνευσε ο Τ. Νικολάου, το 1931.

"...Μάγκας είμ' απ' το Ψυρρή, που με τρέμουνε πολλοί..."

Ωρωπός
Η πρώην Κοινότητα Ωρωπού, σήμερα Δήμος, ήταν χωριό της ενδοχώρας της περιοχής.
Στην παραλιακή ζώνη, όπου και οι φυλακές, παλιά δεν υπήρχε τίποτα και απλά ήταν «η παραλία του Ωρωπού». Αργότερα δημιουργήθηκε εκεί η ιχθυο-Σκάλα Ωρωπού, σε μία προσπάθεια της τότε κυβέρνησης για διευκολύνσεις στη διακίνηση αλιευμάτων του Νότιου Ευβοϊκού.
Δίπλα ακριβώς δημιουργήθηκε και η κοινότητα «Νέα Παλάτια», με (Παλατιανούς) πρόσφυγες από την ομώνυμη κωμόπολη της Μικρασίας.
Από το 1933 στεγάστηκαν εκεί οι αγροτικές φυλακές και η φυλακή αυτή παρέμεινε μέχρι το 1970, ενώ κατά τη διάρκεια της Χούντας υπήρξαν και αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι εκεί.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Οι φυλακές του Ωρωπού" (1934)
Στ., μουσ., ερμην: Μπάτης.

ΕΔΩ ΤΟ "Μέρος  1ο"


Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...