Στην υγειά των απωθημένων μας

τα παραλίγο και τ’ ανάμεσα που ήταν τα πάντα μας.

Απόψε θα πιούμε στην υγειά αυτού του απωθημένου που λανθασμένα αποκαλέσαμε έρωτα, εκείνου του μονόπλευρου συναισθήματος που αγωνιούσε να βρει ανταπόκριση όμως δε συνέβη ποτέ, εκείνου του «κάτι σαν» που ποτέ δεν έγινε σχέση. Θα γεμίσουμε το ποτήρι, θα το υψώσουμε και θα τ’ αδειάσουμε το ίδιο γρήγορα, όσο γρήγορα ανοίξαμε τα χαρτιά μας και κάναμε all-in, έχοντας το χειρότερο φύλλο.

Ας πιούμε το πρώτο ποτήρι, στην υγειά όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που ερωτευτήκαμε, εκείνων που στα μάτια μας έκαναν το απωθημένο μας το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο. Των χαρακτηριστικών που σ’ άλλα άτομα ίσως καν να μην παρατηρούσαμε και να μη μας γοήτευαν ποτέ -από το σχήμα ή και το χρώμα ματιών έως μια μικρή χαρακτηριστική ελιά σε κάποιο σημείο. Όλων εκείνων που μας οδήγησαν να κοιτάμε τον παραλίγο έρωτά μας, σχεδόν χαζεύοντάς τον και θεωρώντας ότι όλα πάνω του είναι αξιολάτρευτα. Ειδικά εκείνο το χαμόγελο, στην όψη του οποίου χάναμε κάθε ίχνος λογικής και γνωρίζαμε ότι μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα μόνο και μόνο για να εμφανιστεί ξανά.

Ας πιούμε το δεύτερο ποτήρι, στην υγειά όσων νιώσαμε για χάρη αυτού του «σχεδόν», στην υγειά όλων αυτών των συναισθημάτων που ξεπρόβαλαν από το πουθενά και μας έδωσαν ξανά ελπίδα για τον έρωτα. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα, από το να γκρεμίζεται μια ελπίδα -είναι σαν ένας μικρός, οδυνηρός θάνατος.

Ας υψώσουμε το ποτήρι λοιπόν, για όλα αυτά τα χαζά που τώρα ξέρουμε για τον έρωτα και κάποτε χλευάζαμε· κι όμως τα βιώσαμε ένα-ένα, χωρίς να παραλείψουμε κανένα απ’ αυτά. Ας πιούμε για την κάθε φορά που μάς άγγιξε κι ανατρίχιασε το κορμί, η καρδιά και το μυαλό μας, ταυτόχρονα. Για κάθε φορά που στην όψη του ανθρώπου αυτού και μόνο νιώσαμε να μας κόβονται τα πόδια και πιστέψαμε ότι με μια αγκαλιά θα κοπάσει αυτή η τρέλα. Κι ας ξέραμε πως μια αγκαλιά απ’ αυτό το άτομο αρκούσε για να ταρακουνήσει κάθε κομμάτι της ύπαρξής μας. Γιατί ήταν αρκετή για να σβήσουμε ό,τι υπάρχει γύρω μας. Πόσες φορές όμως αποζητήσαμε αυτή την αγκαλιά, αλλά εκείνη προτίμησε να μείνει άδεια, αφήνοντάς μας το ίδιο κενούς; Ας πιούμε σ’ αυτό.

Κι εκείνα τα φιλιά; Ποιος μπορεί να τα ξεχάσει; Λες και τα χείλη μας είχαν φτιαχτεί γι’ αυτά, λες και κανένα φιλί στον κόσμο δεν ήταν σαν τα δικά μας. Δεν ήταν τα χείλη όμως, ούτε τα φιλιά, αλλά όσα συναισθήματα τα συνόδευαν κι έβρισκαν τρόπο να διοχετευθούν μέσω αυτών. Ήταν το πάθος, η τρέλα, ο έρωτας, η αγωνία κι η θλίψη που τα έκαναν τόσο δυνατά, αφού πάντα ήμασταν στο «ανάμεσα» μη γνωρίζοντας ποιο απ’ όλα είναι το τελευταίο. Και κάπως έτσι, κάναμε το καθ’ ένα μοναδικό, δυνατό κι έντονο. Κάναμε το κάθε φιλί να μοιάζει με τελευταίο γιατί ξέραμε ότι ίσως ισχύει. Πόσες φορές όμως είχαμε ανάγκη αυτό το γλυκό φιλί κι αντ’ αυτού η γεύση στα χείλια μας είχε κάτι από πίκρα; Μια πίκρα που έμπλεκε ύπουλα με τα υγρά μας μάτια, με μπερδεμένες σκέψεις, ανάμεικτα συναισθήματα κι άσκοπες νύχτες; Ας πιούμε και σ’ αυτό.

Ας υψώσουμε για μια ακόμα φορά το ποτήρι κι ας πιούμε σε κάθε στιγμή που ζήσαμε δίπλα στο «παραλίγο» μας, φαινομενικά μικρή κι ασήμαντη, που όμως για εμάς έμοιαζε με το κέντρο του κόσμου. Για κάθε μία, που νιώσαμε ότι σταματάει ο χρόνος και μάταια ελπίζαμε να μείνει εκεί για πάντα παγωμένος. Ας πιούμε λοιπόν για όλα αυτά τα σχεδόν, τα τόσο-όσο, τα παραλίγο και τ’ ανάμεσα που ήταν τα πάντα μας.

Στην υγειά μας!

Μαρία Πακιακιό
pillowfights
Ετικέτα:
To Top