Σε έναν κόσμο που μας μύησε στη σιωπή, εμείς ας τη σπάσουμε

δεν αρκούν οι ευγενείς σκέψεις και τα όμορφα λόγια.

Υπάρχει μια σιωπή που σαν σκόνη σηκώνεται στον αέρα. Θολώνει τη ματιά, υπονομεύοντας λίγο λίγο το οξυγόνο. Εάν σταθούμε ακίνητοι μπορούμε να τη νιώσουμε. Πιέζει αφόρητα τον λαιμό μας, στερώντας μας όσες ανάσες λαχτάρησαν τη ζωή. «Μη μιλήσεις» μας προστάζει.

Τη γνωρίζουμε καλά αυτή τη σιωπή. Για την ακρίβεια από πολύ τρυφερή ηλικία εκπαιδευτήκαμε στη σκοτεινή της τέχνη. «Μην ανακατεύεσαι σε σκοτούρες ξένων», «Μην εκφράζεις ξεκάθαρα την άποψή σου», «Κοίτα τη δουλειά σου», θυμόμαστε να μας συμβουλεύουν. Και κάπως έτσι τα χρόνια κύλησαν και μια ολόκληρη κοινωνία γαλουχήθηκε στον όρκο της εγκληματικής συνενοχής.

Τόσο πολύ ταυτιστήκαμε με την υπακοή που οποιαδήποτε πράξη ασύμβατη των άγραφων κανόνων της θεωρήθηκε τουλάχιστον ως δείγμα απροσάρμοστης φύσης. Ωστόσο, το ψέμα απαιτεί τη συγκατάθεσή μας για να επιβιώσει. Τρέφεται από τον φόβο πως δεν είμαστε αρκετά καλοί για να διεκδικήσουμε την ίδια την ελευθερία μας. Σε έναν κόσμο που επιμένει να μας πλάθει πειθήνια όργανα του εμείς , πιο πολύ από ποτέ, πρέπει τώρα να μιλήσουμε.

Το χρωστάμε σε εκείνο το αγόρι που κάποτε χλευάστηκε για τις ερωτικές του προτιμήσεις και έπρεπε να υπομείνει αγόγγυστα τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και τα αξιοθρήνητα αστεία ατόμων με βαθύτατα συμπλέγματα κατωτερότητας.

Χρωστάμε μια αντίδραση και στους μετανάστες, που αναζήτησαν μια καλύτερη τύχη σε μακρινά μέρη. «Είστε ξένοι» τους είπαν. Μα πιο ξένοι ουδέποτε γεννήθηκαν από όσους έχασαν την επαφή με τον εαυτό τους.

Χρωστάμε μια δυνατή φωνή στα μαύρα πρόβατα του πανίσχυρου και υπεράνω πάσης υποψίας θεσμού της οικογένειας. Πόσες παιδικές ψυχές δεν είδαν τις αθεράπευτες πληγές των προγόνων τους να καθρεφτίζονται αδιάντροπα πάνω τους και πόσο κουράγιο χρειάστηκε για να αποδεσμευτούν από τις δυσλειτουργικές πεποιθήσεις που τους κληροδοτήθηκαν.

Χρωστάμε μια κραυγή στους πρωτοπόρους και τους ασυμβίβαστούς, που κόντρα στα προγνωστικά και στην παντοδύναμη νόρμα θυσιάστηκαν για την εξάλειψη των ανισοτήτων. Το έκαναν για εκείνη τη φωτεινότερη πλάση που οραματίστηκαν και για την ακλόνητη πίστη τους πως οι επόμενες γενιές θα σώσουν την ελπίδα.

Χρωστάμε ένα «φτάνει» και ένα «ως εδώ» στους φτηνούς ηθικολόγους, που με το σταυρό στο χέρι και τις σκιές στην καρδιά διακηρύσσουν τον ορθό λόγο. Ρίχνουν στην πυρά τον σεξουαλικό φιλελευθερισμό και υπολογίζουν όσο τίποτα τη γνώμη του κοινωνικού περίγυρου.

Λοιδορούν τους άπιστους και τους αντιρρησίες , εξαπλώνουν παντού τον αρρωστημένο συντηρητισμό τους αλλά ουδέποτε ανταμώνουν τον Θεό που με κάθε ευκαιρία επικαλούνται. Γιατί ο θεός είναι η αγνή αγάπη και εκείνοι αποδεικνύονται πολύ μίζεροι για να κοινωνήσουν τη χάρη της.

Ας μιλήσουμε λοιπόν. Τώρα. Για όσα αθώα εγκλήματα συντελέστηκαν στην πλάτη μας, για την ευτυχία που σφαγιάστηκε, για τις σπίθες της πιο δημιουργικής τρέλας που ενοχοποιήθηκαν, για τους ωραιότερους έρωτες που στιγματίστηκαν, για τα λαμπρά πνεύματα που καταδικάστηκαν.

Ας εξελιχτούμε ουσιαστικά. Ας βγούμε από τη ναρκισσιστική μας φούσκα και ας ενώσουμε τις φωνές μας. Τι σημασία έχει να γίνουμε οι πιο μορφωμένοι, οι πιο λαμπεροί, οι πιο επιτυχημένοι αν δεν νιώθουμε βαθιά μέσα μας το χρέος να αναποδογυρίσουμε το κατεστημένο;

Και αν η μόδα της εποχής επιτάσσει την υπακοή, εμείς να βγούμε εκτός μόδας: Κανένας θρίαμβος δε θεμελιώθηκε στον τρόμο, κανείς σπουδαίος άνθρωπος δεν έσπασε υπό το βάρος των περιστάσεων.

Και την επόμενη φορά που θα μας προτρέψουν να μη μιλάμε ας κοιτάξουμε στα μάτια τους συμβουλάτορές μας. Τίποτε άλλο δε θα ανακαλύψουμε στο βλέμμα τους πέρα από την ανείπωτη δυστυχία των μικρών και μεγάλων συμβιβασμών τους.

Γιατί όσοι στήριξαν τη φιλοσοφία τους στη φράση «εγώ και η οικογένεια μου ας είμαστε καλά» ποτέ τους δεν αισθάνθηκαν το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης, ουδέποτε αμφισβήτησαν το κελί της σκλαβιάς τους.

Για την ακρίβεια φοβούνται όσο τίποτε την απελευθέρωση. Υποψιάζονται, άλλωστε, πως έξω από τη μίζερη φυλακή τους θα ανταμώσουν τα ματαιωμένα όνειρα του παιδιού που κάποτε εκτέλεσαν στα υπόγεια της συνείδησης τους.

Και όταν δεν παίρνουμε θέση γιατί «δεν ασχολούμαστε» στην ουσία παίρνουμε την πιο αδύναμη θέση. Γινόμαστε ανίσχυροι, έρμαια του πεπρωμένοι και συνεργάτες των δυναστών μας.

Εάν επιθυμούμε να μεταμορφώσουμε τον κόσμο δεν αρκούν οι ευγενείς σκέψεις και τα όμορφα λόγια. Οφείλουμε να μπούμε μέσα σε αυτόν και να αγωνιστούμε ενεργά, με αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια. Να διακινδυνεύσουμε ακόμη και την ασφάλειά μας για να ανακαλύψουμε στο τέλος πως και αυτή μια αυταπάτη ήταν.

Στο ηλιοβασίλεμα της διαδρομής μας, μόνο σε μια ερώτηση θα κληθούμε να απαντήσουμε: «Σταθήκαμε αντάξιοι των καιρών μας;»

Κατερίνα Τσιτούρα
enallaktikidrasi

Related Posts