Όταν φόρεσε τη λυκοπροβιά

Η ψυχή της έτρεξε πιο γρήγορα από τα πόδια της…

Ήταν ένα συνηθισμένο βράδυ, από αυτά που περνούσαν μαζί. Τίποτα δε φαινόταν διαφορετικό, ξεχωριστό, παράξενο. Το αχνό φως από τον δρόμο τρύπωνε από τις γρίλιες και φώτιζε αμυδρά τα πρόσωπά τους. Είχε ξαπλώσει κοντά του όπως κάθε βράδυ αφήνοντας τις άμυνές της στο πλάι, έτσι όπως κάθε ερωτευμένος οφείλει να κάνει προς το αντικείμενο του πόθου του, να παραδίνεται αμαχητί και άοπλος ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του. Ένιωθε οικεία μαζί του, όπως πάντα· τον ήξερε πια χρόνια. Ήξερε τα καλά, τα κακά του, ήταν η ζωή της, ο κόσμος της όλος. Λάτρευε το πρόσωπό του, τα ευγενικά του χαρακτηριστικά μα και την αρρενωπότητα που εξέφραζε. Λάτρευε το ποιος ήταν. Ή έτσι νόμιζε.

Μα εκείνο το βράδυ όλα άλλαξαν. Όλα γκρεμίστηκαν, όσα τουλάχιστον είχε χτίσει μέσα της· πολυμήχανοι οι άνθρωποι, εφευρίσκουν τρόπους, κόσμους, κλείνονται μέσα τους, πλάθουν δικούς τους ήρωες, συνθέτουν το δικό τους παραμύθι. Μόνο που στο δικό της παραμύθι ξεπήδησε ο λύκος. Ένας λύκος που κρυβόταν καλά μέχρι τότε στη δική της ιστορία. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, αγάπησε, που γέμισε με ιδανικά και δάφνες όπως μόνο εκείνη ήξερε. Έτσι είχε μάθει να αμύνεται απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου, απέναντι το «λίγο» των άλλων, σε όλους εκείνους που δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες της και να υποστηρίξουν τις υποσχέσεις τους, να δείξουν το αληθινό τους πρόσωπο. Ο εξιδανικευμένος σύντροφός της σε κλάσματα του δευτερολέπτου έχασε τη λάμψη του και φανέρωσε τα δόντια του.

Μα πώς δεν τα έβλεπε τόσο καιρό; Μάλωσαν. Άσχημα. Τη χτύπησε. Άσχημα. Η λυκοπροβιά τρεμόπαιζε στους ώμους του καθώς επιδείκνυε τη δύναμή του στο αδύναμο κορμί της. Αδύναμο όχι σωματικά, μα απ’ την έκπληξη, την απογοήτευση, τη λύπη. Τότε κατάλαβε. Ήταν πάντα εκεί όλα τα σημάδια, το απότομο φέρσιμο, τα επικριτικά σχόλια, το υποτιμητικό βλέμμα. Μα είχε αμπαρωθεί τόσο στο δικό της παραμύθι που έπρεπε ο λύκος ο ίδιος να τη σύρει έξω από αυτό.

Η μάχη αυτή μέτρησε θύματα. Την καρδιά, την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια, την αξιοπρέπειά της.

Ο λύκος έφυγε. Κούρνιασε στη θέση του στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε σαν να μην έγινε τίποτα. Την ορμητικότητα της επίθεσής του διαδέχτηκε η νωχελικότητα της επικράτησης. Υπέδειξε στο θήραμα το ρόλο του, έτεινε τα γαμψά του νύχια, το σημάδεψε και αποχώρησε νικητής. Έτσι είχε μάθει. Να χρησιμοποιεί τη δύναμη που του έδωσε η φύση, τα τραύματα που του χάρισαν τα παιδικά του χρόνια, την κενότητα που συνέθλιβε τα σωθικά του για να διεκδικήσει τα λάφυρα που είκαζε πως του πρέπουν. Η γυνή να φοβάται τον άντρα, έτσι ήξερε. Ο λύκος να διαδέχεται τον άντρα.

Και εκείνη; Είχε μάθει να ντύνει με κόκκινες κάπες τα άγρια ζώα. Με μανδύες που έκρυβαν την αληθινή τους υπόσταση. Δεν άντεχε το σκληρό πρόσωπο του κόσμου, τις απογοητεύσεις που της τσάκιζαν την ελπίδα. Υποδεχόταν τη μοίρα της σιωπηλά. Είχε γνωρίσει από μικρή την υποτακτική της φύση και είχε αποδεχτεί την κατωτερότητα του φύλου της. Αναζήτησε σύντροφο με πρότυπο τον πατέρα της, τραγική φιγούρα των άγουρων χρόνων της. Υποσυνείδητα ταύτισε την επιβολή με την κεκτημένη ιεραρχία. Ξόρκισε μέσα της κάθε άσχημη αντίδραση συγκρατώντας μόνο τις όμορφες στιγμές που ζούσε, αυτές της χρειάζονταν για την ψευδαίσθηση ευτυχίας που έπλαθε.

Ξάπλωσε κι εκείνη με πρόθεση ξεκάθαρη να κοιμηθεί. Μετά την πάλη το πληγωμένο της σώμα αποζητούσε απλά να αναπαυτεί και η πληγωμένη της ψυχή να επουλωθεί μέσα στον ονειρικό κόσμο στον οποίο θα παραδιδόταν. Μα το μαλακό στρώμα, το πουπουλένιο μαξιλάρι δεν προδιέγραψαν καμία τέτοια εξέλιξη. Με το που προσέγγισε το κρεβάτι τους, δηλώνοντας τις προθέσεις της, εκείνο αντάριασε την ψυχή της. Σαν να ξύπνησε το μέσα της άτρωτο και ρωμαλέο έτοιμο να διεκδικήσει όσα της αξίζουν. Και τη φοβόταν την αντάρα. Ήταν τότε που το ασυνείδητό της κυριαρχούσε απροκάλυπτα το συνειδητό. Τότε που οι φόβοι, τα όνειρα, οι λύπες ξεπρόβαλλαν αβίαστα και της ανέτρεπαν το κεκτημένο παραμύθι.

Ήταν ο λύκος που κοιμόταν τώρα δίπλα της. Ήταν εκείνος που ξύπνησε κάτι μέσα της. Λες και η βροντερή κραυγή του ταρακούνησε τις πιο μύχιες σκέψεις της. Όλα όσα είχε μάθει να απωθεί, να βυθίζει βαθιά μέσα της καλύπτοντάς τα με μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας που πίστευε πως τη βοηθούσε να επιβιώσει.

Ένιωσε φόβο πλάι του, απελπισία, απογοήτευση. Η λαχτάρα για ζωή, για αληθινή ζωή πάλευε να φτάσει στην επιφάνεια. Το εξευγενισμένο του πρόσωπο είχε χαθεί. Όλα άλλαξαν μέσα της και σε μια στιγμή διαύγειας είδε την αλήθεια. Από όσα κρυβόταν, όσα έτρεμε να παραδεχτεί, όλα εκείνα που συνέθεταν μια ζωή χωρίς ελευθερία, χωρίς αγάπη πραγματική, χωρίς ίχνος σεβασμού, μα με υποτέλεια, άνισες μάχες και πληγές. Ήταν δύσκολο να φανταστεί τη ζωή της να ανατρέπεται. Εκείνη να αντιμετωπίζει τον κόσμο μονάχη, μακριά του. Μα ήξερε πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος, γιατί εκείνος ο κόσμος της είχε πια καταρρεύσει, ίσως δεν υπήρξε και ποτέ. Έπρεπε να απελευθερωθεί από τα δεσμά του εαυτού της και του άντρα της και να αναζητήσει τη γαλήνη, την ελευθερία.

Με το ένα χέρι να πνίγει την υποταγμένη της φύση και με το άλλο να ξεσηκώνει το κομμάτι της που διψούσε για σωτηρία, σηκώθηκε, μάζεψε όσο θάρρος έκρυβε μέσα της, πήρε κάποια λιγοστά υπάρχοντά της- όσο πιο προσεκτικά μπορούσε για να μην ξυπνήσει το θηρίο- και έφυγε.

Όταν πάτησε το πόδι της έξω ένιωσε σαν να τη λύτρωσαν χώματα ξένα που της υπόσχονταν μια καινούρια ζωή. Εισέπνευσε λαίμαργα και βαθιά κλείνοντας τα μάτια, όπως έκλεισε την πόρτα με πυγμή πίσω της.

Η ψυχή της έτρεξε πιο γρήγορα από τα πόδια της… σε μια διαδρομή που υποδείκνυε για πρώτη φορά ελπίδα. Δεν ήξερε ποια ήταν, πού πήγαινε, τι ήθελε. Ήξερε μόνο αυτό. Το φευγιό αυτό το χρωστούσε στην ίδια. Ήταν η μόνη αλήθεια της και η αρχή μιας νέας σελίδας στην ιστορία της ζωής της· μια ιστορία χωρίς λύκους, τέρατα, πρίγκιπες. Όχι. Δε θα υπήρχαν πια παραμύθια, μα ούτε και εφιάλτες. Μόνο ζωή.

Χαρά Κουλοπούλου
o-klooun

Related Posts