Εκείνες οι ξέχωρες καρδιές που ζουν στο ίδιο σπίτι

Τίποτα δε διαρκεί αν δεν το παλέψεις.

Κάποτε κοιμόταν όλο το βράδυ αγκαλιά. Τύλιγαν τα πόδια μεταξύ τους κι απολάμβαναν μισό μαξιλάρι κι ο ένας την ανάσα του άλλου.

Τώρα πια καταλαμβάνουν τις δύο άκρες του κρεβατιού και κοιμούνται πλάτη.
Εκείνος ροχαλίζει κι εκείνη έχει παγωμένα πόδια…

Κάποτε άραζαν με μια κουβέρτα στον καναπέ βλέποντας ταινίες και τρώγοντας φρεσκοψημένο pop corn.
Τώρα πια εκείνος κολλάει με τα αθλητικά κι εκείνη στο μέσα δωμάτιο απολαμβάνει τα ξενόφερτα σηριάλ της. Όσο για το pop corn; Καμία πλαστική σακούλα πατατάκια κι αυτή πολύ είναι…

Κάποτε έβγαιναν έξω κι ασυναίσθητα του έπιανε το χέρι, κρατώντας τον σφιχτά. Απολάμβανε την επαφή.
Πλέον κυκλοφορούν με χέρια στις τσέπες ή αμήχανα ριγμένα στο κενό.

Πώς άλλαξαν έτσι; Πού πήγε ο ενθουσιασμός, πού χάθηκε ο έρωτας;
Πότε άρχισε ο ένας να εκνευρίζει για το παραμικρό τον άλλο;
Πως κινείται, πως μιλάει, πως φέρεται, πως μασάει, πως αναπνέει; Κάθε μικρή και μεγάλη λεπτομέρεια τους προκαλεί πλέον εκνευρισμό.

Ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά.
Έζησαν σχεδόν αμέσως μαζί, γιατί δεν μπορούσαν να διανοηθούν πως θα ζήσουν χώρια.
Εκείνος της άφηνε σημειώματα πριν φύγει το πρωί για τη δουλειά κι εκείνη του μαγείρευε τα αγαπημένα του.
Κάθε Πέμπτη πήγαιναν σινεμά και το Σάββατο για ποτό με φίλους.
Τα βράδια χαλάρωναν μαζί στο σαλόνι, ακούγοντας μουσική και παίζοντας επιτραπέζια.

Τώρα σπανίως θα βγουν κι αυτό μετά από τσακωμό. Πάντα με φίλους και ποτέ μόνοι. Για να υπάρχει συζήτηση κι ενδιαφέρον. Μια φορά που επιχείρησαν να βγουν οι δυο τους, μάλλον επειδή τους πλάκωναν οι τοίχοι στο σπίτι, απόμειναν να κοιτούν βουβά το κενό. Δεν το επιχείρησαν ξανά.

Κάποτε έκαναν κι έρωτα. Πολύ, παντού και συνέχεια.
Τώρα κι αυτό έγινε διεκπεραιωτικό. Με το κορμί παρόν και το μυαλό χαμένο.
Στα άλλα, τα καθημερινά, τα αδιάφορα.
Κατέληξαν δύο ξένοι στο ίδιο σπίτι. Με κοινή ντουλάπα και κρεβάτι και ξέχωρες ζωές.
Ξέχωρες καρδιές.

Κι είναι στιγμές που οι σκέψεις τους στριμώχνονται να μπουν στη σειρά.
Εκείνης, την ώρα που κλείνεται στην κουζίνα να μαγειρέψει. Κι ενώ δε θέλει να ακούει τη φασαρία του, ρίχνει λίγο παραπάνω αλάτι στο φαγητό, γιατί εκείνος τα τρώει τσιμπημένα.

Κι εκείνου, την ώρα που περιμένει στο φανάρι γυρνώντας από τη δουλειά. Ξέρει πως θα του γκρινιάξει επειδή άργησε ξανά, αλλά θα σταματήσει να της πάρει εκείνο τον αρωματικό καφέ που λατρεύει.
Ζουν μαζί, μεγαλώνουν μαζί μα κάπου χάθηκαν στη διαδρομή.

Ο άλλοτε μονόδρομος τους, έγινε διπλής κατεύθυνσης με διάζωμα στη μέση.
Δεν υπάρχει επαφή.
Και τις ξάγρυπνες νύχτες, τις γυρισμένες πλάτη, ακούν την ανάσα του άλλου κι αναρωτιούνται το ίδιο ακριβώς πράγμα:
Γιατί έπαψε αγάπη να θυμίζει…

Κι ίσως αν το βρουν, να πάψουν να φλερτάρουν με τη βαλίτσα της φυγής.
Ίσως αν καταφέρουν να εντοπίσουν τα λάθη και τις αδυναμίες τους, να σώσουν την κοινή τους ζωή.
Γιατί ο έρωτας μάτια μου, θέλει κόπο.

Θέλει διεκδίκηση. Τίποτα δεν κρατά για πάντα αν δεν το κυνηγήσεις.
Τίποτα δε διαρκεί αν δεν το παλέψεις.
Αν δεν εντοπίσεις και διορθώσεις πρώτα τα δικά σου λάθη, πριν καταδικάσεις τα σφάλματα και τις αδυναμίες του άλλου.
Αν το καταλάβουν όσο είναι ακόμη καιρός, ίσως και να έχουν ελπίδα.
Ελπίδα να ξυπνήσουν ένα πρωί και να είναι αγκαλιά ξανά.
Να πάρουν μαζί πρωινό, να δώσουν κι ένα φιλί για καλημέρα.
Να κάνουν έρωτα όπως παλιά, με το κορμί και το νου στη θέση τους και σε εγρήγορση.
Μα πάνω από όλα, ελπίδα να γίνουν και πάλι τρεις μέσα στο σπίτι.
Εκείνος, εκείνη κι ο εξορισμένος έρωτας.

Στεύη Τσούτση
ewoman


Related Posts