Κάπου, κάποτε, σε κάποια Χριστούγεννα...

Στην συνέχεια είδα τον κόσμο των ονείρων μου...

Παραμονή Χριστουγέννων. Μένω στο σαλόνι μόνος. Το σπίτι άδειο. Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια που περίμενα με ανυπομονησία τα Χριστούγεννα. Στο μυαλό μου έρχονται αναμνήσεις όμορφες. Αναπολώ τότε που ήμουν παιδί. Για μένα εκείνη την εποχή μέτραγε περισσότερο το πόσα πολλά δώρα θα έχω. Μα τα χρόνια πέρασαν πια. Όσο ο άνθρωπος μεγαλώνει δεν τον ενδιαφέρει το πόσα δώρα, πόσα ρούχα ή πόσα λεφτά θα έχει. Απεναντίας τον νοιάζει πόσους ανθρώπους θα έχει δίπλα του.

Ξεθωριασμένες φωτογραφίες μέσα σε ένα παλιό άλμπουμ. Φωτογραφίες γενεθλίων την ώρα που σβήνω τα κεριά, ένα μικρό παιδί το οποίο νικάει μια ακόμα μάχη με τον χρόνο, ή φωτογραφίες με ανθρώπους που έχουν φύγει τώρα πια, αποδημώντας για έναν τόπο πιο φωτεινό, λαμπερό και αληθινό, την ώρα που με πίεζαν να βγάλουμε ακόμα μια φωτογραφία ενώ εγώ βιαζόμουνα και ήθελα να φύγω, ή βαριόμουν και περίμενα πότε θα βγει η φωτογραφία για να αποδεσμευτώ από αυτήν την άβολη στάση.

Τώρα όμως είναι αργά και μάταια παρακαλώ τον χρόνο να γυρίσει πίσω έτσι ώστε να προλάβαινα να τους γέμιζα με όσα προλάβαινα φιλιά την ώρα που μου ψιθύριζαν να μείνω για λίγο ακόμα. Όλοι φοράνε γελαστά προσωπεία και βγαίνουν έξω σκοτώνοντας την ώρα και την μοναξιά τους στα μπαρ της αλλοτρίωσης. Αυτές τις ημέρες στο μυαλό μου έρχεται συνεχώς το αγαπημένο μου αεροπλανάκι που μου το είχε αγοράσει ο πατέρας μου στην ηλικία των επτά μου χρόνων.

Ικέτευα τον πατέρα μου να μου αγοράσει αυτό το αεροπλανάκι όταν ήμουν μικρός. Έτσι λοιπόν ανήμερα πρωτοχρονιάς στέκεται μπροστά μου και μου παρουσιάζει ένα δέμα, το ανοίγω με λαχτάρα και αγωνία και τι να δω! Μέσα είχε το αεροπλανάκι που τόσο ζητούσα. Το πήρα και άρχισα να παίζω έξω στο χιόνι. Η ώρα περνούσε, νύχτωσε κι ο πατέρας μου είπε ότι αρκετά έπαιξα και ότι κάνει κρύο.

Εγώ δεν τον άκουγα, είχε τόσο πολλή πλάκα, ώσπου ίδρωσα, κρύωνα και αρρώστησα. Ο μπαμπάς ανησύχησε τόσο πολύ που όλο το διάστημα που ήμουν άρρωστος ήταν στο προσκέφαλό μου!

Στην συνέχεια θυμάμαι αργότερα στο πανεπιστήμιο όπου ένα βράδυ περίμενα εκείνη να έρθει στο σπίτι μου ώρα 10 το βράδυ. Εκείνη πάρκαρε παράνομα κάτω από το σπίτι μου και ήρθε να με βρει να μιλήσουμε για μοναξιά.

Την αντικρίζω με κοιτάζει με αυτά τα καστανά της μάτια, που με γυρίζουνε πίσω στο εχθές. Κάθε φορά που γυρνάω πίσω, βλέπω το χαμόγελό της όπως εκείνη την φορά με το μουδιασμένο βλέμμα στα μάτια «Πιάσε το χέρι μου» της λέω, δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα σε αυτή την μοναξιά. Πάω να πω μια λέξη, αλλά φέρνει τα χείλη της απέναντι από τα δικά μου και μου λέει «Να είσαι δίπλα μου όταν πέφτει το αστέρι που δεν του προσεύχομαι».

Αυτά τα βράδια που το κρύο πλησιάζει και έξω απ’ το σπίτι το κτήνος ταιριάζει και μόνο με βρίσκει παρέα με την ανάμνησή σου. Έχω παράθυρα κλεισμένα για να θυμούνται τι συμβαίνει όταν τα μάτια μου μοιάζουνε προδομένα. Και αν φτάσει η στιγμή που με ρωτήσει κάποιος αν έγραφα για εσένα στα τετράδια μου, για σένα που πλέον κάνω πως δεν σε ξέρω, το κεφάλι μου αρνητικά θα κουνήσω, μα τα πρησμένα και κατακόκκινα μάτια μου την αλήθεια θα προδώσουν.

Συναισθήματα μου όλα κλειδωμένα σε ένα παλιό συρτάρι. Στέκομαι όρθιος στην άκρη του σπιτιού παρέα μ’ ένα μπουκάλι για όλα όσα είδα με πίκραναν και με έκαναν να αισθάνομαι τυφλός. Αν η αλήθεια τους είναι φως, τότε το σκοτάδι μου είναι θησαυρός.

Είχα ένα φίλο που μια μέρα μου είχε πει ό, τι το κάθε πρωί τον ξυπνάει μια ηλιαχτίδα που την ονόμαζε ελπίδα, μα οι δικές μου οι κουρτίνες εδώ και χρόνια είναι μονίμως κλειστές. Στην συνέχεια είδα τον κόσμο των ονείρων μου να συνθλίβεται μπροστά μου, και τραμπουκισμούς να καταβροχθίζουν τα όνειρά μου, είδα ανθρώπους που πίστεψα και αγάπησα, μόλις αποκτούν αυτό που θέλουν αυτομάτως να κάνουν πως δεν σε ξέρουν ή δεν σε γνώρισαν ποτέ, ενώ άλλους ανθρώπους που δεν βοήθησα ούτε στο ελάχιστο να μου ανοίγουν διάπλατα την καρδιά τους και να μου δίνουν απλόχερα την αγάπη τους.

Ο μεγαλύτερος σου εχθρός είναι ο εαυτό σου και ταυτόχρονα ο καλύτερός σου φίλος.. ο μόνος που μπορεί να σε καταλάβει ή να σε βοηθήσει. Μα πολλές φορές οι άνθρωποι από τους οποίους περιμένεις ένα «σε αγαπώ» δυστυχώς είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης που έχουμε για μας. Κάθε φορά που ένιωσα την πιο σφιχτή αγκαλιά αυτοί που σε αγκαλιάζουν στάζουν ψέμα και δηλητήριο. Κάθε φορά, το ίδιο πράγμα. Αλήθεια, αλήθεια, αλήθεια. Το ψέμα είναι το καλύτερο!

Η αλήθεια είναι η αδερφή της αλαζονείας! Δε λέω ότι είμαστε άφθαρτοι ή ανίκητοι. Νιώθω ότι είναι εγκλωβισμένος σε μια πόλη χωρίς όνομα, σαν να είμαι φυλακισμένος εφ’ όρου ζωής σε μια φυλακή που έχει χτίσει το μυαλό μου και μου είναι αδύνατον να ξεφύγω από άσχημες αόριστες ύπουλες σκέψεις.

Ανάμεσα σε σάπια άτομα τα οποία σάπια θα παραμείνουν, που στη ζωή τους έχουν μάθει μόνο να παίρνουν και τίποτα να μη δίνουν. Βλέπω συνεχώς απρόσωπες ψυχές να με κοιτάζουν με τρόμο, με οργή ή και με μίσος. Άνθρωποι αγαπημένοι, άνθρωποι μισητοί που κρύβονται πίσω από γελαστά προσωπεία και που υποκρίνονται ότι θέλουν το καλό μου. Δεν ξέρω την αγάπη.

Ποτέ μου δεν αγάπησα. Κανένα μάτι θηλυκό δε δάκρυσε για μένα ούτε κανένα χέρι φιλικό δεν άπλωσε προς εμένα. Και απορώ με κάποια άτομα βουτηγμένα στην κακία να απορούν με την σειρά τους για ποιο λόγο δεν βρίσκουν ευτυχία.

Φοίβος Μαρκαντώνης
loveletters


Related Posts