Μήπως και με προλάβει η ζωή που σταμάτησε

κάτι να γίνεται να μην ξεθωριάζει εκείνο το παλιοχαμόγελο.

Είμαι 19, σπουδάζω, ονειρεύομαι, βγαίνω, ξενυχτώ, ακούω μουσική. Έχω πολλούς φίλους, τα βράδια αργώ να κοιμηθώ, το μεσημέρι ξυπνώ στις 2 και ποιος νοιάζεται, το μυαλό μου ανέμελο, τρέχει για καφέ, για μπίρα, για μπιρίμπα στης Έφης, για κουτσομπολιό και γέλιο στο σπίτι του Γιάννη.

Στολίζομαι, χτενίζομαι, βάφομαι, όλο και κάποιος να με δει, να με σκεφτεί, να με βρει, να τον βρω. Χαμογελώ, περπατώ στο δρόμο γοργά, να προλάβω όλη τη ζωή που με περιμένει, δε με νοιάζει τίποτα, εγώ ζω, περνώ καλά.

Είμαι 28, δουλεύω, τα όνειρά μου μου τα πάγωσε ένας ιός, μια πρώτη καραντίνα και μια δεύτερη, δε βγαίνω πια, μόνο ξενυχτώ πού και πού, απαγορεύεται η κυκλοφορία, κάνω καμιά επανάσταση, παρανομώ με 2-3 φίλους που έχω ακόμα, ν’ ακούσουμε μουσική, να ρισκάρουμε τη ζωή μας κορόνα γράμματα, να λέμε θα πληρώσουμε το πρόστιμο μισό-μισό.

Το πρωί με ξυπνάει το παλιοξυπνητήρι , να δουλέψω, πρέπει να δουλέψω, να ‘χω να ταΐσω εμένα και το σκύλο μου, όχι καμιά οικογένεια ευτυχώς, κολλημένη μες στο σπίτι, γαντζωμένη, έβαλα και τα χαλιά φαρδιά πλατιά, στόλισα, κάτι να γίνεται, κάτι να λέω πως έκανα, ρουτίνα ρε φίλε και πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, να ξυπνάμε και πάλι να κοιμόμαστε και πάλι τα ίδια.

Βαρετή ζωή, ο χρόνος κυλάει αργά, νομίζεις, μ’ αυτός περνάει κι εγώ ήμουν 19 και τώρα είμαι 28 και πού να ντυθώ, να χτενιστώ, να στολιστώ, να πάω πού. Με τι να γελάσει ο Γιάννης που τίποτα αστείο δε γίνεται πια, σταμάτησε η ζωή ρε φίλε κι εγώ δεν ήθελα να σταματά πουθενά και για κανέναν.

Εκείνο μόνο το παλιοχαμόγελο δε δείλιασε, είναι ακόμα εδώ, κάτω απ’ τη μάσκα και το δείχνω πού και πού σαν χαζή να το θυμάμαι, να μην το ξεχνώ.

Περπατώ αργά, όχι γρήγορα, μήπως και με προλάβει η ζωή που σταμάτησε, να την περιμένω λίγο ακόμα, να συνεχίσουμε μαζί, ναι με νοιάζει, φυσικά και με νοιάζει, θέλω τη ζωή μου να προχωρά, να έχει χρώματα και τρέλες κι αρώματα, να ‘χω κι εγώ κάτι να διηγούμαι, κάτι να θυμάμαι, όχι μια καραντίνα ρε φίλε κι έναν ιό, κάτι ν’ αξίζει τον κόπο, κάτι να κινείται, κάτι να γίνεται να μην ξεθωριάζει εκείνο το παλιοχαμόγελο.

Ντέμη Κάργατζη
loveletters


Related Posts