Δυσκολεύονται οι άνθρωποι να αγαπήσουν, γιαγιά


Μου πήρε λίγα χρόνια, μα κατάλαβα.

Της άρεσαν πάντα τα παλιά βιβλία. Αυτά με τα κιτρινισμένα φύλλα και την ευωδία από μια άλλη εποχή. Εγώ κάθε φορά που τα έπιανα αισθανόμουν τη μούχλα να μ’ ακουμπά. Ζήλεια ένιωθα, τώρα το ξέρω. Ναι, αυτό. Ζήλεια.

Εσύ ακουμπούσες τα φύλλα τους και τ’ αφουγκραζόσουν. Βυθιζόσουν σε νησιά, πολιτείες, αγάπες κι έρωτες ανθρώπων. Ένας κόσμος τη φορά.

Παρατηρώντας σε να κάθεσαι στην κουνιστή σου καρέκλα και να κρατάς εκείνα τα βιβλία στα προζυμένια σου χέρια, μ’ έπιανε απογοήτευση. Δε μου μιλούσες.

Οι λέξεις που έβγαιναν απ’ τα χείλη σου ήταν πάντα μετρημένες, λες και τις ρουφούσαν όλες τα χαζοβιβλία σου. Μια δύο τη φορά κι εγώ να τις μαζεύω προσεκτικά, να καταφέρω να συμπληρώσω το παζλ του εαυτού σου.

Κάποτε μάλιστα, τόλμησα να σε ρωτήσω γιατί τα διαβάζεις όλα αυτά. «Η ζωή πονά! Πονά πολύ! Σου δίνει μια και μετά άλλη μια κι ύστερα άλλη μια, ίσαμε να σε σακατέψει! Τα βιβλία μου δε με πονούν τ’ ακούς; Αυτά πάντα θα μ’ αγαπούν.»

Μου πήρε λίγα χρόνια, μα κατάλαβα. Δυσκολεύονται οι άνθρωποι ν’ αγαπήσουν γιαγιά κι ο πόνος είναι αφόρητος, μα τα βιβλία ποτέ δε σε πονούν. Μόνο αγαπούν.

Ντέμη Κάργατζη
loveletters

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...