Ποτέ να μην ξεχάσεις εκείνους που μοιράστηκες μαζί τους, τα καλύτερα σου χρόνια, τα εφηβικά


Μια ευχή, να γινόμουν πάλι εκείνο το παιδί...

Κάποτε αρμενίζαμε στα πέλαγα. Γινόμασταν πουλιά ταξιδιάρικα. Πουλιά ελεύθερα, που δεν ζούσαν σε κλουβιά, που δεν γνώριζαν τι θα πει αιχμαλωσία. Ήμασταν αέρινα πλάσματα, γεμάτα όνειρα για το μέλλον, γεμάτα αισιοδοξία για τη ζωή και τον έρωτα.

Θέλαμε να ζήσουμε πράγματα και καταστάσεις σήμερα. Χωρίς να αφήσουμε τίποτα για την επόμενη μέρα. Χωρίς να αφήσουμε τίποτα να πάει χαμένο.

Δεν μας χάλαγε τίποτα τη διάθεση. Αλωνίζαμε σαν τα λιοντάρια εδώ και εκεί, χωρίς να μαζευόμαστε ποτέ, χωρίς να έχουμε προβλήματα. Είχαμε πάντα όμως μια βάση. Από εκεί ξεκινάγαμε και εκεί καταλήγαμε στο τέλος της ημέρας. Όλες τις άλλες ώρες όμως εμείς απλά αλωνίζαμε. Τόσο διαφορετικά χρόνια, τόσο όμορφη εφηβεία!

Κάποτε ξεχνάγαμε να βολευτούμε, να δεσμευτούμε . Θέλαμε απλά το απόλυτο, το μοναδικό, την τελειότητα των πραγμάτων. Δεν κοιτάγαμε ανθρώπους, κοιτούσαμε ψυχές, ταξιδιάρικες, να ταιριάζουν λίγο περισσότερο με τις δικές μας.

Μαζί και παρέα σε κάποια γειτονιά να ανταλλάσσουμε στιγμές, να πειράζουμε τους φίλους και να εξερευνούμε βουνά και θάλασσες. Κάπου-κάπου κάποιες ανησυχίες, μα ειλικρινά, πόσο γρήγορα αφήναμε πίσω τις έγνοιες;

Βλέπεις δεν θέλαμε να μεγαλώσουμε ούτε μια σταλιά. Σαν να ξέραμε πως άμα μεγαλώναμε θα τελείωναν όλα, έτσι ξαφνικά. Μία μέρα θα τελείωναν όλα τόσο άδοξα και θα χανόταν ξαφνικά όλη η μαγεία εκείνων των καιρών. Έτσι κι έγινε τελικά.

Κάπου διάβασα πως «μια μέρα παίξαμε τελευταία φορά με τους φίλους μας σε μια γειτονιά και κανείς δεν γνώριζε πως ήταν η τελευταία.» Πόσο αλήθεια ήταν τελικά αυτό.

Σε μια στιγμή του χρόνου, εκεί που υπήρχαν μόνο σκόρπια όνειρα και στιγμές, γίναν όλα κουτάκια που στοιβάξαμε την ψυχή μας σε κομμάτια. Σαν το κρέας.

Και οι στιγμές αλλάξανε και εμείς αραιώσαμε. Δεν αλωνίζουμε πια τα πέρατα της γης γιατί κάπου χάσαμε το νόημα. Κάπου μαζευτήκαμε σε βολεμένες ζωές και νιώσαμε πως έχουμε ευθύνες. Δεν αράζουμε πια σε εκείνη την πλατεία γιατί ξεχάσαμε να γράψουμε τα ονόματα μας σε εκείνα τα παγκάκια, και αυτά πια μας ξέχασαν. Τώρα εκεί που κάναμε όνειρα και ζούσαμε στιγμές, υπάρχουν άνθρωποι που μέσα σε μια νύχτα θα χαλάσουν ότι υπάρχει, ακριβώς όπως κάναμε και εμείς.

Σε εκείνες τις θάλασσες που μαζευόμασταν εμείς, τώρα υπάρχουν άλλοι, που η εφηβεία τους θα τελειώσει τόσο απότομα όσο και η δική μας. Και δεν θα το ξέρουν , όπως δεν το ξέραμε και εμείς.

Μια ευχή, να γινόμουν πάλι εκείνο το παιδί, σε εκείνη την εφηβεία και να έκανα ακριβώς τις ίδιες βλακείες που έκανα και τότε. Όμως να ήξερα πια θα ήταν η τελευταία μέρα, για να μπορούσα να κάνω μια τεράστια αγκαλιά όλους εκείνους τους φίλους, που βρεθήκαμε για τελευταία φορά σε εκείνα τα παγκάκια και δεν ξέραμε πως δεν θα υπήρχε άλλη νύχτα σαν και εκείνη.

Μια παράκληση. Ποτέ να μην ξεχάσεις εκείνους τους ανθρώπους που μοιράστηκες μαζί τους τα καλύτερα σου χρόνια, σε παγκάκια και πλατείες. Ποτέ να μην ξεχάσεις εκείνους που μοιράστηκες μαζί τους τη δική σου εφηβεία.

Μαρία Κυπραίου
loveletters

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...