Λίγο κρασί, έναν μεζέ και μια καλή παρέα


να φέρεις καλούς φίλους μαζί σου για ν’ απολαύσεις τη στιγμή.

Δεν είναι λίγες οι φορές που είχες την ανάγκη να βγεις να ξεσκάσεις από την καθημερινή ρουτίνα σου, να πιεις ένα ούζο ή μερικά ποτηράκια κρασί με τους φίλους, να τσιμπήσεις κανέναν μεζέ σ’ ένα ωραίο κουτούκι συντροφιά με τη ζωντανή μουσική. Το κουτούκι, άλλωστε, είναι έθιμο για την ελληνική κοινωνία. Εκεί μέσα λες τους πόνους σου, λες τις χαρές σου, γλεντάς με αυθεντικό κόκκινο κρασί και φρέσκους μεζέδες. Χορεύεις στο άκουσμα των ρεμπέτικων τραγουδιών, δακρύζεις και συγκινείσαι.

Το κουτούκι γεννήθηκε γύρω στο 1800, μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Τούρκους, δηλαδή αναφερόμαστε για δυο αιώνες πριν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας κι ήταν εκείνο που συντρόφευε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, είτε του εσωτερικού είτε εκείνου που μετανάστευε στην Αθήνα κατά την περίοδο των δυο αιώνων. Μέσα στο κουτούκι γεννήθηκαν πολλά είδη μουσικής, με κυρίαρχο το ρεμπέτικο. Το κουτούκι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και συζητήσεων πολλών ανθρώπων, για την επικαιρότητα, την πολιτική, για θέματα οικογενειακά, εργασιακά, αθλητικά. Βγαίναν έξω τα ντέρτια κι οι καημοί, οι ξεριζωμοί, η προσφυγιά, οι πόνοι και οι χαρές των ανθρώπων. Το κουτούκι αποτέλεσε χώρος όπου οι άνθρωποι επικοινωνούσαν αυθεντικά, χωρίς φόβους και λογοκρισίες μεταξύ τους, ακόμη και σε περιόδους χαλεπούς για την πολιτική. Σ’ αυτά η νεολαία τραγουδούσε αντάρτικά κι αντιδικτατορικά τραγούδια.

Το ρεμπέτικο πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και το τραγουδούσαν στα αστικά κέντρα όπου σύχναζε η εργατική τάξη. Η θεματολογία ήταν ο έρωτας, ο θάνατος, ο πόλεμος, η πολιτική, η σάτιρα, η χρήση ουσιών. Αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι το κουτούκι και ο πληθυσμός του βοήθησε τους συνθέτες να γράψουν στίχους για την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων. Όπως κι αντιλαμβανόμαστε, το κουτούκι ήταν χώρος συνάθροισης πολλών γνωστών ρεμπετών. Διάφορα κουτούκια επίσης ανέδειξαν πολλές γυναίκες στο μουσικό πάλκο τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Σωτηρία Μπέλλου, η οποία πρωτοεμφανιστηκε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια.

Πώς ήταν ο εσωτερικός χώρος και οι γεύσεις που πρόσφεραν τα κουτούκια; Αρχικά, τα τραπέζια ήταν ξύλινα με καρό τραπεζομάντιλα και καρέκλες καφενείου. Συνήθως ήταν ζεστό και καλοδεχούμενο περιβάλλον, έτοιμο να ανοίξει την αγκαλιά του σε όλο τον κόσμο. Τα περισσότερα απ’ αυτά είχαν κι ένα μουσικό πάλκο, για την απόλαυση των πελατών τους. Όσο αφορά τις γεύσεις που ‘δίναν στους πελάτες· κρασάκι και μεζέδες.

Στις μέρες μας, το κουτούκι δεν απέχει πολύ από τη χρήση που κάνανε στο παρελθόν οι άνθρωποι. Μέσα σ ’αυτό ακούν παλιές ρεμπέτικες επιτυχίες, κλαίνε για τους χωρισμούς τους, εκφράζουν τους πόνους τους για την οικογένειά τους, πίνουν άφθονο καλό κρασί, ρίχνουν μερακλίδικες ζεμπεκιές. Γελάνε, αγκαλιάζονται, συμφιλιώνονται, φλερτάρουν το μελλοντικό σύντροφό τους, επικοινωνούν, κάνουν καλαμπούρι μεταξύ τους, ονειροπολούν για τα ιδεώδη τους, εξομολογούνται τα μυστικά τους.

Το χρησιμοποιούν και σαν χώρο κοινωνικών δεξιώσεων, όπου συντελούνται τα τραπεζώματα μετά τον γάμο και τα βαφτίσια. Οι φοιτητο-παρέες κάνουν συχνές μαζώξεις στα κουτούκια για ένα ποτηράκι κρασί και έναν μεζέ. Μ’ αυτούς τους τρόπους οι άνθρωποι μεταλαμπαδεύουν από γενιά σε γενιά την αξία του κουτουκιού. Δείχνουν στα νέα παιδιά πώς μπορείς να διασκεδάσεις με ποιοτικό τρόπο και να έρθεις σε πιο στενή επαφή με τους φίλους σου.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι διασκέδασης, από ένα ποτό σε ένα μπαρ έως ένα κρασάκι κι ένας μεζές σε κουτούκι. Ωστόσο η αξία του τελευταίου, παραμένει ανεκτίμητη στην καρδιά του ανθρώπου, καθώς αυτό που σου προσφέρει είναι, πέρα από τις γευστικές απολαύσεις του κρασιού και του μεζέ, τη μουσική, το ζεστό κλίμα που σε καλούν να φέρεις καλούς φίλους μαζί σου για ν’ απολαύσεις τη στιγμή.

Σταμάτης Κυριάκος
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...