Γίνεται να μου λείπεις τόσο πολύ;


Σ’ αγαπάω και θα μάθω να αγαπάω και τις απουσίες σου…

Μου λείπεις. Μου λείπει το χαμόγελό σου, η αγκαλιά σου, η μυρωδιά σου. Μου λείπει κάθε σπιθαμή της ύπαρξής σου. Κάθε εμπειρία και συναίσθημα που ζήσαμε μαζί. Προσπαθώ να βρω λέξεις για να σου δώσω να καταλάβεις τη μοναδικότητα κάθε στιγμής και την ξεχωριστή θέση που λαμβάνει στο μυαλό και την ψυχή μου, κι η μόνη που το πλησιάζει είναι ο θάνατος. Όχι αυτός καθαυτός ως έννοια αλλά η θέση κι η ένταση που κατέχει στο θυμικό μας.

Ένα νεκροταφείο υπέροχων στιγμών, αυτό είσαι για μένα. Δεν ξεχνώ καμία και κάθε φορά που νιώθω την απώλειά σου αναζητώ μία ανάμνηση που ταιριάζει στην ανασφάλεια της στιγμής μου και την αναβιώνω μέχρι την επόμενη.

Θα με περάσεις για τρελό, ίσως για χαζό, αλλά δε χρειάζεται να ψάξω βαθιά. Δε χρειάζεται να κάνω μια μακρά κι επίπονη έρευνα στο παρελθόν μου. Ευτυχώς για μένα είσαι ακόμα εδώ, ο πόνος υπάρχει ακόμη αλλά στην πιο γλυκιά μορφή του. Αυτήν της ατέλειωτης προσμονής. Για σένα μιλάω, μωρό μου, αν δεν το κατάλαβες ακόμη.

Δεν έχεις φύγει, δεν είσαι χιλιόμετρα μακριά, δεν είσαι ούτε καν μια παλιά ιστορία αγάπης. Μόλις μου γύρισες την πλάτη σου. «Στείλε μου μόλις φτάσεις σπίτι για να ξέρω ότι είσαι καλά» σου φωνάζω. Είσαι το τώρα μου, κι είσαι η πιο τρανταχτή απουσία μου μέσα στις μικρές φυγές σου από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα μου.

Γυρνάω κι εγώ σιγά-σιγά με τα πόδια στο σπίτι κι αναρωτιέμαι πώς κατέληξα εδώ. Ο κυνικός και ρεαλιστικός μου εαυτός με χλευάζει και νιώθει ηττημένος -όπως κι ο εγωισμός μου. Δεν περίμενε ποτέ να νιώσω έτσι. Ούτε κανείς, άλλωστε, δεν το περίμενε μέχρι να το νιώσει.

Δε με απασχολούν όμως τόσο αυτά τώρα. Φαντάζουν απλή αριθμητική μπροστά σε δυσεπίλυτο μαθηματικό θεώρημα. Ένα πράγμα μόνο τριγυρνάει στο μυαλό μου. Μια επίπονη και συνάμα ευχάριστη ερώτηση: Πώς γίνεται να μου λείπεις τόσο πολύ; Πώς γίνεται η φαινομενικά πιο πλούσια στιγμή της ημέρας μου να μοιάζει φτωχή μακριά σου;

Νιώθω ένα κενό κάθε φορά που δεν είσαι δίπλα μου. Μια ακατάσχετη επιθυμία να δω ένα συγκεκριμένο πρόσωπο∙ το δικό σου. Να μοιραστώ κάθε είδους στιγμή. Απ’ την πιο μικρή στην πιο μεγάλη, κι από την πιο χαρούμενη στην πιο λυπημένη. Τη στιγμή που, τελικά, το καταφέρνω και σε ‘χω δίπλα μου, βιώνω την απόλυτη ολοκλήρωση.

Πρόσεξέ με, χρησιμοποιώ τη λέξη ολοκλήρωση για να αποφύγω την αρνητική έννοια της εξάρτησης. Δεν είσαι το ένα αλλά το μηδέν μου. Μακριά σου δε μηδενίζω, αλλά ταυτόχρονα όταν είμαι κοντά σου, είσαι αυτή που δίνει αξία στη μονάδα μου. Κατάλαβες τώρα γιατί μιλάω για δυσεπίλυτο μαθηματικό θεώρημα;

Μοιάζεις σαν το τελευταίο κομμάτι του παζλ, που ξεκλειδώνει ολόκληρη την εικόνα. Θεωρητικά και πρακτικά και χωρίς εσένα μπορεί να υπάρξει πίνακας, αλλά ποτέ δε θα ‘χει την ίδια αξία. Πάντα θα λείπει ένα κομμάτι.

Αυτό το κενό κομμάτι προσπαθώ να καλύψω κάθε φορά ψαχουλεύοντας το παρελθόν μας. Να σου πω την αλήθεια, όσο και να προσπάθησα να το καλύψω, με όπλο τη λογική και κάποιες φορές και την παράνοια, τίποτα δε συγκρίνεται με την ηρεμία και τη διαύγεια που νιώθω όταν είμαι στην αγκαλιά σου. Χάνομαι στην παρουσία σου, ξεχνώντας προς το παρόν την εν δυνάμει απουσία σου!

Η δύναμη που αντλώ στην αγκαλιά σου όμως, μόλις φεύγεις, μετατρέπεται σε αδυναμία μου. Η ασφάλεια που νιώθω γίνεται η ανασφάλειά μου. Το «μαζί» επιστρέφει στο «εγώ». Κι εκεί τα πράγματα πονάνε. Γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με όλη αυτή την πληθώρα συναισθημάτων όντας πλέον μόνος σου. Η απουσία τους είναι ορατή.

Αντίδοτο σε αυτό είσαι πάλι εσύ. Γιατί πάντα στο τέλος της μέρας και της σκέψης μου υπάρχεις εσύ, και τότε η σειρά γίνεται και πάλι αντιστροφή. Το «εγώ» ξαναγίνεται «μαζί», η ανασφάλεια γίνεται ασφάλεια κι η αδυναμία, δύναμ’η μου.

Σ’ αγαπάω και θα μάθω να αγαπάω και τις απουσίες σου… Πώς θα το καταφέρω; Θα συνηθίσω να μου λείπει η παρουσία σου.

Γεώργιος-Κωνσταντίνος Ψύλλας
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...