Με μουσικές και αρώματα!!


΄ΕΕΕΕλλλαααα και πάμε όλοι μαζιιιιί!

Περπατώ στο δρόμο και παρατηρώ τον κόσμο, τους ανθρώπους γύρω μου.
Σα να ‘μαι σ’ έναν περίεργο πλανήτη! Ή εγώ είμαι πολύ διαφορετική και δεν κολλάω πουθενά, ή αυτοί αλλάξανε και δεν μού είναι γνώριμοι…..

Το ύφος τους χαμένο και ανέκφραστο το πρόσωπό τους. Σα να ‘ναι σώματα χωρίς ψυχή, ρομποτάκια προγραμματισμένα χωρίς αισθήματα. Δεν ακούω μουσική, μια μούγκα επικρατεί κι αυτό με τρομάζει. Δεν είναι αυτός ο κόσμος μου, δεν είναι αυτή η πόλη μου…

Συνεχίζω να περπατώ στο κέντρο, στέκομαι σε κάθε μαγαζί που έχει μουσική, για λόγους μάρκετινγκ βέβαια. Κανείς δεν την ακούει, κοιτούν μόνο τις βιτρίνες κι ανοίγουν τα πορτοφόλια τους, να δουν αν μπορούν να αγοράσουν αυτό που τους πλασάρει η μουσική. Θλιβερό σκέφτομαι… Και συνεχίζω να περπατώ…με το κεφάλι μου να κοιτάει τις πλάκες του δρόμου.

Και μου έρχονται μνήμες από το όμορφο παρελθόν μου, από τον τόπο μου, τότε που η μουσική ήταν η καθημερινότητά μας. Γλεντούσε ο κόσμος και γελούσε, αν και είχε μόνο δυο πράματα εκεί στο χωριό μου, ψησταριά και ραδιοφωνάκι. Έβγαινα το πρωί μέσα στο κρύο να πάω σχολείο, και περνούσα από το καφενείο που έπινε τον ελληνικό του ο παππούς μου, και τραγουδούσαν όλα τα περήφανα γερατειά μαζί, τραγούδια του πολέμου και της κατοχής. «Κάτσε να μάθεις στραβάδ’»! μού ‘λεγε!… Xαχαχαχα! Kι εγώ ρουφούσα με λαχτάρα το ροδοπάκι μου (μάρκα γάλακτος εκεί) και ανάσαινα βαθιά, για να ρουφήξω όλη αυτή την μυρωδιά του φρέσκου ρυζόγαλου με την μπόλικη κανέλα.

Συνέχιζα να κατηφορίζω και περνούσα από τον μπάρμπα-Ηλία τον φούρναρη, να πάρω το καθιερωμένο μου σταφιδόψωμο. «Κατέβα Στέργιου, κατέβα τζάνι μ’ να σι παντρίψουμιιιιι!» και πάει λέγοντας με τα θρακιώτικα! Μάλιστα δεν έβγαζε ούτε την θρακιώτικη βράκα από πάνω του! Το φρεσκοφουρνιστό ψωμί και τα κιούπια με φαγητό σού έσπαζαν την μύτη. Και μυρωδιές… Πολλές μυρωδιές ο τόπος μου, ούζο και καφές, φρεσκοτριμμένος καφές σε κάθε γωνιά του.

Στον τόπο μου έχουμε κάνει μια μυστική ανακωχή. Συμβιώνουμε Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί μαζί. Και προσπαθούμε ο ένας να σέβεται τις αξίες και τα έθιμα του άλλου. Να περνάω από το σπίτι της Αϊσέ, να την πάρω να πάμε μαζί σχολείο, κι η μάνα της να σιγοψιθυρίζει έναν τούρκικο αμανέ… Και το σπίτι της να μοσχοβολάει από το φρέσκο σαραγλί, μόλις είχε βγει απ’ τον φούρνο…

Φτάνουμε στο σχολείο. Πόσες μουσικές κι εκεί!… «Εεεεεε Μαριαααάμ!» Δεν χρειάζεται να γυρίσω, για να καταλάβω ότι είναι ο κολλητός μου, ο Γιάννης. Ενώσαμε τις τρέλες μας, και τι αγάπη είχαμε, Θεέ μου! Μαζί παντού… Στην τάξη δε…όλο και κάποιο σκοπό θα τραγουδούσαμε, κι όμως οι καθηγητές μάς είχαν μια αδυναμία!…
Ναι, ο Γιάννης μου, που μού ‘μαθε ν’ ακούω παραδοσιακά, πέρα από την τρέλα με την ροκ μουσική που είχα. Και δώστο να τρέχουμε όλη η παρέα να τον καμαρώσουμε στις τοπικές γιορτές και τα πανηγύρια, όπου έσερνε περήφανος το χορό φορώντας την φουστανέλα του! Βέβαια δεν κατόρθωσα να μάθω ποτέ να τα χορεύω! Αλλ’ αυτό δεν έχει σημασία…

Κάθε πρωί μάς ξυπνούσε κι ο ιμάμης απ’ το τζαμί! Εεεεεε ρε! -έλεγα- Δεν βαριέται κάθε μέρα τον ίδιο αμανέ;

Όλα αυτά όμως πήγαιναν πακέτο, ήταν η καθημερινότητά μας, ήταν ολόκληρη η ζωή μας. Άσε που κάθε σαββατοκύριακο έρχονταν ο Αλί, ένας αθίγγανος, και γυρνούσε σε όλους τους δρόμους κι έπαιζε μ’ ένα όργανο σαν γκάιντα, κι ο κόσμος έβγαινε και τού πετούσε τον οβολόν του, και πήγαινε αυτός να ταϊσει την φαμίλια του. Ακόμα απορώ αν ήξερε πόσα παιδιά έχει!

Γάμοι… Κρατούσαν μια βδομάδα… Χοροί μουσικές, όλα τα ‘χαμε! Α! Και πρίκες βεβαια! Πηγαίναμε να δούμε τα πρικιά της νύφης που καμάρωνε πάνω απ’ αυτά, και μας εξηγούσε αν είναι χειροποίητα και με ποιον τρόπο γίνανε…

Κάπου εδώ, τις σκέψεις μου και το ταξίδι μου στο παρελθόν το διέκοψε μια εύθυμη μουσική! Είχα φτάσει χωρίς να το καταλάβω στο τέλος της Ερμού, όπου μια παρέα από πιτσιρικάδες είχε στήσει ένα πάρτι! Και κόσμος πολύς! Με δυο παλιοκιθάρες κι αυτοσχέδια τύμπανα κι ένα κέφι τρελό έδιναν συναυλία, έτσι χύμα, έτσι εκεί στον πεζόδρομο!

Μπα! Τελικά υπάρχει μουσική! Υπάρχει και κόσμος που μου μοιάζει, και δεν είμαι μόνη σ’ αυτόν τον πλανήτη!

Κι οι άνθρωποι γύρω τους να χαμογελούν, μερικοί να χορεύουν και άλλοι να χτυπάνε παλαμάκια! Να, βρήκα τη γωνιά μου μέσα στην πόλη του χάους! Βρήκα δικούς μου ανθρώπους, άγνωστους γνωστούς, που τραγουδούν, γιατί απλά αγαπάνε την μουσική!

΄ΕΕΕΕλλλαααα και πάμε όλοι μαζιιιιί! Γυριστρούλααα, σε φοβάμαιιιιιι! Το κομμάτι που λέγανε, όταν εγώ συνέχισα τη βόλτα μου σιγοτραγουδώντας, και συνειδητοποιώντας ότι κι εδώ υπάρχουν, ευτυχώς ακόμα, μουσικές και αρώματα….
Είμαι η Μαριάμ και είμαι καλά, όταν διαπιστώνω…ότι μερικά πράγματα δεν έχουν αλλάξει!…

Μαριάμ Νίκου
koitamagazine

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...