Τι έγινα τελικά; Αυτό που ήθελαν ή αυτό που διάλεξα;


Αγκάλιασε την ελευθερία του και γελούσε με την ψυχή του.

Είχε ένα κουσούρι: Όταν περπατούσε, ήθελε να πατάει στην μέση του πεζοδρομίου. Μπορούσε να περπατάει ώρες πάντα στη μέση, λες και όλη του η ζωή ήταν ταυτισμένη με ένα πεζοδρόμιο.

«Να προσέχεις, να πηγαίνεις πάντα από το πεζοδρόμιο» φώναζε η μάνα του, πριν κλείσει η πόρτα. Και του έγινε μια μανία αυτό που τον καταδίωκε μια ζωή. Μα έβρισκε εμπόδια, δεν είχε σημασία που του χαλούσαν την πορεία του, τα προσπερνούσε, τα ποδοπατούσε αν χρειαζόταν. «Η ζωή είναι όλο εμπόδια, εσύ εκεί δεν θα χαλάς το δρόμο σου» του έλεγε όταν άφηνε το πιάτο με το μεσημεριανό πάνω στο τραπέζι.

Καθώς περπατούσε κοιτούσε τον εαυτό του στις βιτρίνες να βεβαιωθεί ότι είναι όπως πρέπει. «Οι άνθρωποι από τα ρούχα φαίνονται» και του έδινε την μπλούζα που μόλις είχε φρεσκοσιδερώσει. Να μην χαζογελάς, να είσαι σοβαρός, ήταν η κουβέντα της την πρώτη μέρα που πήγε στο πανεπιστήμιο. Είχε ξεχάσει να γελάει, γελούσαν οι γύρω του και εκείνος απορούσε: μα καλά που είναι σοβαρότητά τους;

Ταίριαζε πάντα τα παπούτσια με τις κάλτσες που ήταν χωρισμένες σε καφέ και μαύρες, σε καλές και πρόχειρες. Αναρωτιόταν πόση σημασία μπορεί να έχει μια κάλτσα για τη ζωή ενός ανθρώπου… «Κανέναν δεν θα παρακαλάς ,θα διαλέγεις, όχι να σε διαλέγουν οι άλλοι», του είπε την πρώτη μέρα που πήγαινε στην καινούργια του, την πρώτη του δουλειά. Το όνειρο της ζωής του ή μήπως της μάνας του;

Οι άλλοι έκαναν παρέες διασκέδαζαν, ερωτεύονταν, τσακώνονταν, γελούσαν. Γελούσαν! Εκείνος, εκεί, σοβαρός να περπατά στην μέση του πεζοδρομίου, να πατά τα εμπόδια, να κοιτάει τον εαυτό του στις βιτρίνες και να ταιριάζει τις κάλτσες με τα παπούτσια.

Ήταν η πρώτη φορά που ο δρόμος τον έβγαλε ίσια πάνω σε μια βιτρίνα, είχε περπατήσει ώρες ολόκληρες. Έκανε προσπάθεια να χαμογελάσει, δεν ήξερε να γελά. Έκανε μια τρελή σκέψη: μήπως αν έβγαζε τις κάλτσες τα κατάφερνε; Έβγαλε τα παπούτσια του, που ήταν πάντα γυαλισμένα, πέταξε τις κάλτσες με δύναμη στο απέναντι πεζοδρόμιο. Οι περαστικοί τον κοιτούσαν με απορία και λύπη.

Κοίταξε για πρώτη φορά κατάματα τον εαυτό του στη βιτρίνα, ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ελευθερίας τον πλημμύρισε, άρχισε να γελάει με όση δύναμη είχε η ψυχή του, γέλασε για όλα τα χρόνια που ήταν σοβαρός, για όλα εκείνα τα χρόνια που κοιτούσε στις βιτρίνες.

Δεν ξαναταίριαξε ποτέ τα παπούτσια με τις κάλτσες, τις πέταξε. Αγκάλιασε την ελευθερία του και γελούσε με την ψυχή του. Κάποτε αναρωτήθηκε τελικά πόση σημασία έχουν οι κάλτσες για τη ζωή ενός ανθρώπου;

enallaktikidrasi

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...