Μαμά, μεγάλωσα κι ακόμη δεν έμαθα


Άσε όλα τ’ άλλα και μάθε με πώς να γίνω σαν κι εσένα.

Μαμά μου, περνάνε τα χρόνια κι εγώ ακόμη συγχύζω τα σωστά μου με τα λάθη μου. Μεγαλώνω και δεν έμαθα να συμβουλεύω τον εαυτό μου. Δεν έμαθα να μην πονάω, δεν έμαθα να κάνω υπομονή, δεν έμαθα να κρατάω το στόμα μου κλειστό όποτε χρειάζεται, ούτε να παίρνω τις σωστές αποφάσεις. Δεν ξέρω ακόμη να ζυγίζω καταστάσεις ούτε να μαζεύω τα κομμάτια μου.

Ξέρεις, μαμά, δεν έμαθα να μαγειρεύω ακόμη. Ούτε καν να ξεχωρίζω τα άσπρα απ’ τα χρωματιστά. Κι αν δεν ξέρω αυτά τα βασικά, πώς να μάθω να προστατεύομαι απ’ τον κόσμο; Πώς να μάθω ν’ αγαπώ δίχως αντάλλαγμα; Πόσες φορές μου το είπες; Αμέτρητες! Πάντα έλεγες πως πρέπει ν’ αγαπάω ανιδιοτελώς, έτσι δεν έλεγες; Πως πρέπει να δίνω, χωρίς να ζητάω κάτι πίσω. Μα, μαμά, προσπαθώ, αλλά είναι δύσκολο, δεν μπορώ.

Μου ‘λεγες πως πρέπει να είμαι αληθινή και καλοσυνάτη, ό,τι και να βλέπω γύρω μου. Με έμαθες, άσχετα με το πώς μου συμπεριφέρονται, εγώ να παραμένω ο εαυτός μου. Μα με πνίγει το δίκαιο και σε στεναχωρώ. Και δεν μπορώ να κάνω ό,τι με συμβούλεψες. Μου έδειξες να στέκομαι στα πόδια μου και να μην αφήνω κανέναν να με πληγώνει, μα κάποιες φορές αυτό δεν είναι εύκολο και τα χάνω.

Μου είπες να δείχνω πάντα αυτό που νιώθω, ν’ ανοίγομαι. Κι εγώ όποτε ανοίγομαι, χάνω κι ένα μου κομμάτι. Κι εσύ λες πως καλύτερα ν’ ανοίγομαι παρά να μένω κλεισμένη σ’ ένα σώμα δανεικό, σ’ ένα σώμα προσωρινό. Με έμαθες να ξεσπάω όποτε πρέπει και να λυτρώνομαι. Μα ακόμη κι αυτό μου φαίνεται δύσκολο.

Μαμά, μεγάλωσα και δεν ξέρω να ταξιδεύω αν έχει φουρτούνα. Μου έδειξες, αλλά το ξέχασα. Δεν ξέρω να ανοίγω τα πανιά ούτε να δένω σε λιμάνια. Δεν ξέρω να κρατάω το τιμόνι και προς Θεού, δε ξέρω καν πού πάμε. Λες πως η ζωή είναι δικιά μου και πως εγώ κρατάω τα σκοινιά, μα δεν ξέρω προς τα πού να στραφώ ούτε τι να αποφεύγω. Νομίζεις πως τα βγάζω πέρα, μα είναι φορές που πνίγομαι.

Κι ύστερα έρχεται απανεμιά. Τίποτα δεν κινείται. Κι εγώ δε βρήκα ακόμη τρόπο να ταξιδεύω χωρίς άνεμο. Τον χρειάζομαι, όπως χρειάζομαι κι εσένα. Γιατί εσύ πάντα λες πως υπάρχουν λύσεις, πως αν είμαστε εμείς καλά όλα τ’ άλλα γίνονται. Γίνονται; Γιατί εγώ κάποτε φοβάμαι πως δε γίνονται.

Μαμά μου, τα χρόνια περνάνε και ξεχνάω πού βάζω τα ρούχα μου και ξεχνάω πως το γαλάζιο πουκάμισο δεν μπαίνει στο πλυντήριο γιατί χαλάει. Δεν ξέρω πού να βρω το κουράγιο μου ούτε πού έβαλα τα κλειδιά του σπιτιού μου. Πνίγομαι και σώζομαι, σώζομαι και πνίγομαι. Μα πάντα σε θυμάμαι και λέω πως πρέπει να σου μοιάσω και λέω πως πρέπει να θυμάμαι όσα μου έμαθες, μα ξεχνιέμαι.

Ξέρεις, είσαι ο πιο σπουδαίος άνθρωπος που ξέρω. Ο πιο δυνατός κι ο πιο θαρραλέος. Άσε όλα τ’ άλλα και μάθε με πώς να γίνω σαν κι εσένα. Δυνατή και θαρραλέα. Κι εγώ υπόσχομαι πως θα θυμάμαι ότι το γαλάζιο πουκάμισο δεν μπαίνει ποτέ στο πλυντήριο.

Ναταλία Κωνσταντινίδου
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...