Η αγάπη δεν είναι καταναγκαστικό έργο


Το θέλω τελικά;

Oι άνθρωποι στις σχέσεις μας όλο ζητάμε και απαιτούμε. Θέλουμε να είναι ο άλλος δίπλα μας, να μας κάνει όλα τα χατίρια, να μας αγαπάει παραπάνω απ΄όσο τον αγαπάμε εμείς. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις όμως έναν τέτοιο άνθρωπο; Πόσο πρέπει να ψάξεις, πόσο πρέπει να πονέσεις για να φτάσεις κάποια στιγμή στην Ιθάκη σου;

Μπορεί να είναι μερικές φορές ακατόρθωτο. Ο πόνος και η απογοήτευση που μου πρόσφερες απλόχερα με έκαναν να μη θέλω τίποτα πια. Με έκαναν άνθρωπο ψυχρό, αναίσθητο και άνιωθο. Δεν μπορώ πλέον να αισθανθώ πώς είναι να αγαπάς, πώς είναι να ερωτεύεσαι, πώς είναι έστω να φλερτάρεις με κάποιον και αυτό να σου δίνει αυτήν την ευφορία. Πάγωσα μέσα μου. Για την ακρίβεια με πάγωσες.

Θέλω να μη θέλω τίποτα πια. Από σένα κυρίως. Ήσουν πολύ λίγος για να αντιληφθείς τα συναισθήματά μου. Και όταν δε βρήκα ανταπόκριση σε σένα, άρχισα να κλείνομαι στον εαυτό μου. Άρχισα να κατασκευάζω τη δική μου γυάλα, να τη στολίζω, ούτως ώστε να με φιλοξενήσει. Μόνο έτσι θα προστατευτώ, μόνο έτσι δε θα θέλω τίποτα πια. Θα έχω το καταφύγιό μου, θα κλείνομαι εκεί μέσα με τον εαυτό μου και δε θα ζητάω τίποτα, που δεν μπόρεσες να μου προσφέρεις ή καλύτερα μου αρνήθηκες.

Δε θέλω να θέλω τίποτα. Γιατί δεν έχει αξία, όταν παρακαλάς για κάτι, όταν γίνεσαι επαίτης αγάπης. Την αγάπη δεν τη ζητιανεύεις. Τη χαρίζεις απλόχερα, τη δίνεις από την καρδιά σου. Αλλά εσύ δε μου την έδωσες. Και εγώ δεν αντέχω άλλο να τη ζητάω. Η αγάπη δεν είναι εξάλλου καταναγκαστικό έργο. Πηγάζει από μέσα μας.

Δε θέλω να ζητάω άλλο πια εσένα. Δε θέλω πια να σε ψάχνω. Ούτε να αναρωτιέμαι πού είσαι, με ποια είσαι και πώς περνάτε. Θέλω να μη σε θέλω. Δε θέλω άλλο να στοιχειώνεις τις μέρες και τις νύχτες μου, να κοιτάω την άδεια μεριά του κρεβατιού και να μην τολμάω να ξαπλώσω εκεί, να είσαι εκείνος που καθορίζει τη διάθεσή μου.

Θέλω να ξυπνάω ελεύθερη από τα δεσμά σου, που δε βρίσκω το λόγο που μου τα φόρεσες. Δεν τις θέλω τις αλυσίδες σου. Θέλω να περπατάω και να μην κουβαλάω το βάρος της αγάπης αλλά και της προδοσίας σου στους ώμους μου. Είναι βαριά και εγώ δε μπορώ πια να τα σηκώσω.

Δε θέλω πια να σε θέλω. Δε θέλω να κοιτάω πια τις φωτογραφίες μας και να κλαίω. Να αναπολώ στιγμές που δε θα ξανάρθουν, να κυνηγάω άπιαστα όνειρα. Όνειρό μου είναι να σε πετύχω στο δρόμο με τη νέα σου σχέση και να γελάσω για το πόσο χαζή υπήρξα, που χαράμισα το χρόνο και την ενέργειά μου μαζί σου. Να γελάσω δυνατά και να το εννοώ. Και να μη σκοτεινιάσει τίποτα αυτό το γέλιο μου.

Μα τι λέω; Πώς γίνεται να θέλω να μη θέλω τίποτα πια; Πώς γίνεται αυτό; Κάποιες μέρες νιώθω δυνατή πως θα το καταφέρω. Άλλες πάλι βουλιάζω σε μια ατελείωτη θλίψη. Λένε πως όταν θες κάτι τόσο πολύ θα γίνει.

Το θέλω τελικά; Ή θέλω έστω να είμαι με την ανάμνησή σου, αφού δεν μπορώ να σε έχω;

Γράφει η Εύα Αροτσίδου
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...