Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, μια αγάπη καλοκαιρινή…


Όταν είσαι έτοιμος μέσα σου, ερωτεύεσαι βαθιά και μες το καταχείμωνο.

Πρώτη φορά τον είδε το καλοκαίρι που τελείωσε το δημοτικό. Αρχές της εφηβείας, εκεί που όλα πάνω της άλλαζαν, μέσα κι έξω.
Ψηλός κι άχαρα αδύνατος μα μ’ ένα μούτρο όλο μάτια και χαμόγελο. Τελικά από τότε δεν της άρεσαν οι όμορφοι. Προτιμούσε τους τσαχπίνικα έξυπνους. Και τούτος εδώ ήταν πολύ.
Γύρισε και την κοίταξε για μια στιγμή, πρώτη στιγμή. Κι αυτόματα άλλαξαν όλα, το ήξεραν κι οι δύο.

Κόντρα στην κόντρα, δυο πεισματάρηδες έφηβοι. Ίδιο όνομα, ίδια μυαλά, ίδιο καρδιοχτύπι.

Κι έπεφτε το βράδυ στο μαξιλάρι ανασύροντας όλες τις ατάκες και τις ματιές της μέρας, όλες με νόημα. Έρωτας πρώτος, εξ’ου κι ακαταμάχητος. Κι όσο αυτοί δεν το παραδέχονταν, τόσο το χωριό πείραζε. Βλέπεις το ποδήλατο του, μες την κάψα του μεσημεριού που αυτή μαζευόταν σπίτι, περνούσε ασταμάτητα μπρος από το σπίτι ζητώντας να ξεκλέψει μια ματιά.

Ένα σημάδι πως αυτή ξέρει πως εκείνος περνά. Προφανώς ήξερε.

Με το τέλος του καλοκαιριού, τελείωσε και το ειδύλιο. Γύρισε στο σπίτι, αναπόλησε για λίγες βδομάδες κι ύστερα ξέχασε. Βουτηγμένη στα καθημερινά, έσβησε τ’ αρώματα του καλοκαιριού.
Για να τα θυμηθεί το επόμενο καλοκαίρι. Και το μεθεπόμενο. Ξανά και ξανά. Κάθε χρόνο είχε και κάτι να θυμάται. Η πρώτη αίσθηση του χεριού της στο δικό του, το πρώτο φιλί που ξεκίνησε για το μάγουλο, μα λοξοδρόμησε. Όπως λοξοδρομεί κάθε φιλί ερωτευμένου που σέβεται τον εαυτό του.

Πέρασαν τα χρόνια, το ποδήλατο έγινε αμάξι και το πείραγμα του χωριού, κακοπροαίρετο κουτσομπολιό. Έκανε πίσω από φόβο, τον αρνήθηκε.
Για τους αυστηρούς γονείς της που πίεζαν, για εκείνον που έμενε πίσω κι έπρεπε να αντιμετωπίζει τις επικρίσεις και το χειμώνα, για τη μακρινή συγγένεια που ως συγχωριανοί ήταν αδιανόητο να μην έχουν.
Άντεξαν ελάχιστα χώρια. Ο έρωτας από κει και πέρα έγινε κρυφός, παράλογα απαγορευμένος για τα στόματα του κόσμου.

Τα ζόρια αντί να τον σβήσουν , όπως θα έκαναν για κάποιο ανάλαφρο φλερτάκι καλοκαιριού, τον δυνάμωσαν περισσότερο.

Πρώτη φορά ενώθηκαν πάνω σε μια ψάθα, με το κύμα να βρέχει τα πόδια τους και το φεγγάρι να μαρτυρά το πόσο συνειδητά κι απόλυτα έγινε τούτο το σμίξιμο.
Ήταν δική του και θα ήταν για πάντα.
Εκείνου του φθινοπώρου ο χωρισμός ήταν ο πιο επώδυνος. Ένιωθαν να αποχωρίζονταν κομμάτι από την ίδια τους τη σάρκα. Μα είχαν σχέδιο και το πρώτο σκαλοπάτι ήταν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Αυτός στην επαρχία κι αυτή στην πρωτεύουσα.

Ο καλοκαιρινός έρωτας έγινε χειμερινά σαββατοκύριακα με μοιρασμένη διαδρομή, μακρόσυρτα mail, ατελείωτα τηλεφωνήματα.
Σχόλια στο χωριό, φήμες, ζήλεια, κλονισμένη από την απόσταση εμπιστοσύνη, χωρισμός. Όνειρα σβησμένα με αδιάκοπα δάκρυα, εξηγήσεις και παρακάλια από τη μεριά της, πείσμα κι άρνηση από τη δική του.

Τρεις μήνες κρατούν οι καλοκαιρινοί έρωτες κι ο δικός τους μετρούσε σχεδόν δεκαετία. Αρνήθηκε να ξαναπάει στο χωριό. Ενήλικη πια, δεν την υποχρέωνε κανείς.

Σιωπή.

Ο χρόνος περνούσε κι εκείνη αδυνατούσε να ξεχάσει, να ξεπεράσει. Ένας έρωτας καλοκαιριού ήταν, της έλεγαν, το έζησες, το χάρηκες, πρόχώρα.
Δεν κατάφεραν ποτέ να την πείσουν. Για κείνη ο έρωτας δε γνωρίζε εποχές. Δεν τον κάνει επιπόλαιο και ρηχό το τι δείχνει το ημερολόγιο, αλλά οι άνθρωποι κι αυτά που κρύβουν. Όταν είσαι έτοιμος μέσα σου, ερωτεύεσαι βαθιά και μες το καταχείμωνο.

Ο έρωτας φέρνει τον ήλιο, το φως και τη ζεστασιά του κι όχι ο ήλιος τον έρωτα. Κι εκείνη θα έδιωχνε το παγερό σκοτάδι του χωρισμού τους.

Ξαφνιάστηκαν που την είδαν στο χωριό, μα δε ρώτησαν. Στην αποθήκη του παππού έμενε παρατημένο το κόκκινο ποδήλατό της. Το καβάλησε κι άρχισε τα δρομολόγια. Εκείνη, αυτή τη φορά. Με επιμονή κι ατέλειωτο καρδιοχτύπι. Αναζητώντας ένα σημάδι που δε φάνηκε όμως πουθενά. Δεν απογοητεύτηκε και συνέχισε για μέρες. Πάνω κάτω, μες τον αέρα και τη βροχή ενός καιρού που δεν έλεγε να τη λυπηθεί.

Τα σχόλια οργίαζαν αλλά πλέον δεν την ένοιαζε τίποτα. Μονάχα εκείνος. Μα παρέμενε άφαντος.

Πικράθηκε, απογοητεύτηκε, τον αμφισβήτησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.
Γνώριμος ήχος άφησε μισή τη βαλίτσα.
Η καρδιά της μια στιγμή πήγε να σπάσει και την επόμενη σταμάτησε. Όπως ακριβώς και το αμάξι έξω από την πόρτα της.
Βγήκε τρεχάτη και τον είδε να της χαμογελά. Ήξεραν κι οι δύο πως είχε έρθει για να μείνει.

Έτρεξε κοντά του, ξυπόλητη καθώς ήταν. Η βροχή είχε σταματήσει κι ο αέρας μύριζε οικεία. Επιτέλους καλοκαίριαζε.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...