Γιατί φορούν μάσκες οι άνθρωποι; Μου λες;


Στην τελική, ας γίνει ό,τι θέλει.

Γιατί φορούν μάσκες οι άνθρωποι;
Το ρωτάς, το ουρλιάζεις μα κανείς δε βρίσκεται να σου δώσει απάντηση.
Κι εσύ κουράστηκες να μαζεύεις πεταμένα προσωπεία. Κουράστηκες να μην ξέρεις που στα αλήθεια πατάς και που βρίσκεσαι.
Εμφανίζονται φορώντας τα καλά τους. Παρουσιάζονται απλά τέλειοι. Για τα δικά σου δεδομένα τέλειοι, για τον άλλων δε νοιάζεσαι.
Είναι έτσι όπως τους θέλεις.
Στην αρχή τους κοιτάς με σκεπτικισμό και δισταγμό. Σου είπαν κάποτε να κρατάς μικρό καλάθι. Κι όχι ότι το θυμάσαι πάντα, αλλά πρέπει να το κάνεις.
Κι αυτοί επιμένουν στη γραμμή τους. Ιδανικοί κι άξιοι.
Κι εσύ σιγά σιγά χαλαρώνεις τις άμυνες. Βλέπεις έχεις την αφέλεια να πιστεύεις πως ο κακός φαίνεται αμέσως. Πως δεν μπορεί να κρυφτεί για καιρό…
Μα κάνεις λάθος.
Κι όταν έρχεται η σκληρή εκείνη ώρα που το καταλαβαίνεις, είναι αργά… Δεν υπάρχει ελπίδα. Μια λεπίδα είναι χωμένη στη σάρκα σου και στρίβει μέσα στην πληγή. Κι εσύ πονάς. Για άλλη μια διαολεμένη φορά έκανες λάθος εκτίμηση.
Από ηλιθιότητα; Ευπιστία; Από εκείνη τη χαζή σου επιθυμία να θέλεις να βλέπεις πάντα την καλή πλευρά των ανθρώπων; Να πιστεύεις σε αυτή με προσήλωση σχεδόν εμμονική;
Δεν ξέρεις. Αλλά δεν αλλάζει. Έκανες λάθος.
Ένα προσωπείο προσγειώθηκε στα πόδια σου για να το βάλεις στην πλούσια συλλογή σου.
Κι άλλα δάκρυα κι απογοήτευση και πόνος.
Γιατί να τα φοράνε τα προσωπεία οι άνθρωποι, γαμώτο;
Γιατί να μην έχουν το τσαγανό, τη μαγκιά εκείνη που χρειάζεται να σταθούν μπροστά σου και να πουν Αυτός είμαι. Έχω τα στραβά και τα ανάποδα μου. Δεν είμαι τέλειος. Είμαι απλά εγώ. Σου κάνω; Αν όχι άσε με να τραβήξω το δρόμο μου και τράβα κι εσύ το δικό σου.
Έτσι θα ήθελες. Ντόμπρα και σταράτα.
Αντ' αυτού εισπράτεις υποκρισία και ψέματα.
Σου συστήνονται αδερφές ψυχές και στο τέλος φεύγουν παίρνοντας κι ένα κομμάτι της ψυχής σου.
Αδερφές ψυχές αυτοί, κομματιασμένη ψυχή εσύ.
Κι ακόμη δεν ξέρεις σε πόσα κομμάτια την έχεις μοιράσει και πόσα σου έχουν κληρώσει να μοιραστεί ακόμη.
Και κλείνεσαι στο καβούκι σου και προσπαθείς να μην αφήνεσαι, να μη δίνεσαι, να μην εμπιστεύεσαι.
Μα δε γίνεται ζωή έτσι. Πως να περάσεις μια ζωή στο φόβο; Πως να την περπατήσεις με την πλάτη στον τοίχο προσπαθώντας να προστατευτείς;
Γίνεται; Δε γίνεται.
Θέλει παρέα ο άνθρωπος, μάτια μου. Θέλει να ανοίξει την καρδιά του και να τη ζεστάνει δίπλα σε μια άλλη. Που θα του γίνει απαραίτητα οικεία κι αγαπημένη. Αυτό θέλει. Γι' αυτό και δεν μπορεί να μείνει για καιρό στην άρνηση που του δίνει μια πληγή. Γι' αυτό ανασηκώνει τα μανίκια και προχωρά στην επόμενη και την επόμενη.
Κι ας μαζεύει μάσκες πεταμένες μπροστά του. Κι ας τις μισεί τις μάσκες κι ας γέρασε χωρίς να μάθει να τις ξεχωρίζει. Να μην τις υποπτεύεται.
Από τη μια σε κοιτά το ενδεχόμενο μια άνευρης, άκαπνης, ανάλατης ζωής. Προστατευμένης και μοναχικής. Δίχως ρίσκο, δίχως περίσσιους κινδύνους.
Κι από την άλλη τα όρια.
Δίχως να ξέρεις τι θα σου φέρει η επόμενη στιγμή.
Δίχως να μπορείς να προβλέψεις αν θα μπει άλλη μια μάσκα στη συλλογή σου ή αν αυτή τη φορά υπάρξει η τύχη με το μέρος σου.
Ρίσκο κι ό,τι βγει.
Και να σου πω και κάτι; Καλύτερα μια συλλογή από πληγές και μάσκες κι ανθρώπους που στάθηκαν λίγοι, παρά μια ζωή οριζόντιο καρδιογράφημα.
Στην τελική, ας γίνει ό,τι θέλει.
Κανείς δεν κατάφερε να το εμποδίσει το Σύμπαν από το να τα κάνει όλα μπάχαλο, εσύ θα το κάνεις;
Γελιέσαι.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...