Ο Εφιάλτης των Χριστουγέννων


Του χρόνου πάλι!

Ο εφιάλτης των Χριστουγέννων ! Τα Χριστούγεννα όλα είναι μαγικά η τέλος πάντων προσπαθούμε να τα κάνουμε να δείχνουν έτσι. Δέντρα, στολίδια, λαμπάκια, santa claus is coming to town, που άλλοι χαίρονται κι άλλοι παθαίνουν κατάθλιψη. ‘Ολα για τους ανθρώπους. Κάπου εκεί όμως, γύρω στις 15 Δεκεμβρίου αχός βαρύς ακούγεται… έρχεται … απειλητικό… τρομακτικό … Ντρίννν

– Ναι;
– Έλα αγόρι μου, τι κάνεις;
– Καλά είμαι μαμά, εσύ;
– Ε, τι να κάνω εγώ, εδώ στο σπίτι βολοδέρνω.
– Μα χθές το απόγευμα σε έπαιρνα κι έλειπες
– Αχ ναι είχα πάει με την Κικίτσα σε μια βιοτεχνία για να δω ένα παλτό
– Και προχθές πάλι έλειπες
– Ε, ναι με πήρε η Μαιρούλα να πάω να φάμε που είχε μαζέψει χόρτα την Κυριακή. (Με εξαιρετικό μπλονζόν αλλάζει κουβέντα). Τέλος πάντων για άλλο σε πήρα, άκου, ανήμερα τα Χριστούγεννα θα φάμε εδώ το μεσημέρι…ΜΠΟΥΜ !! Έσκασε η βόμβα. Κατά βάθος το ‘ξερες, ήταν αναπόφευκτο αλλά όσο ζεις ελπίζεις. Μετά το πρώτο σοκ, κάνεις μια αναγνωριστική
– Και ποιοι θα είμαστε;
– Όλοι

Αδίστακτη! Εκεί να σου δώσει τη χαριστική βολή! Γιατί το «όλοι», σημαίνει αδέλφια, ξαδέλφια, θείοι, θείες, συμπεθέρια και δεν συμμαζεύεται. Ξεροκαταπίνεις και έρχεται η ώρα να πείς την επικίνδυνη φράση:

– Θες καμμιά βοήθεια από μένα;
– Οχι αγόρι μου, μόνο μπορεί πριν έρθεις ,να περάσεις από το ζαχαροπλαστείο που θα έχω παραγγείλει το γλυκό?

– Τι το θες το γλυκό ρε μάνα, αφού θα φέρουν τόσα!
– Και δεν θα ‘χω εγώ γλυκό;

Και κάπου εδώ βγαίνεις από τη ζώνη του λυκόφωτος, της λες ένα «καλά όπως νομίζεις» και κλείνεις το τηλέφωνο με το παγωμένο βλέμμα της καταστροφής.

25 Δεκεμβρίου. Ξενυχτισμένος του κερατά. Το κεφάλι σε τρικυμία,το στόμα τσαρούχι, η ανάσα βρωμάει αλκοόλ και τσιγάρο, το μπουκάλι του Listerine, μήπως να το πιω;
Ένα ντους στα γρήγορα, ένα καφέ στο πόδι και δρόμο για το οικογενειακό τραπέζι. Μην ξεχάσεις να περάσεις από το ζαχαροπλαστείο είπαμε!
Φτάνεις καμιά ώρα νωρίτερα από το υπόλοιπο σοϊ. Απατεωνιά της μαμάς, σου είπε λάθος ωρα για να πάς πρώτος και να ανοίγεις την πόρτα, το καμάρι της! Οι μυρωδιές απλώνονται παντού στο χώρο, όλα είναι σχεδόν έτοιμα, η κουζίνα μαζεμένη και η μαμά με το μαλλί στην πένα, ντυμένη και στολισμένη! Πως τα καταφέρνουν οι π@@@νες δεν το ‘χω καταλάβει! Πιατέλες με λαχταριστά μεζεδάκια απλώνονται παντού. Στο φούρνο ένα άμοιρο ζωντανό, που άλλα του ‘χαν τάξει όταν γεννήθηκε, αλλά κατέληξε στο φούρνο της κυρά Τασίας με γέμιση και πατατούλες baby.

– Τι έχεις κάνει εδώ ρε μαμά! Ποιος θα τα φάει όλα αυτά;
– Γιατί παιδί μου, τόσα άτομα θα είμαστε!
– Ναι αλλά αυτό δεν είναι τραπέζι, αυτό είναι πάρτυ χοληστερίνης! Και ο μέσος όρος ηλικίας έχει αυξηθεί επικίνδυνα.
– Άντε καλέ, δεν έχεις ακούσει πως ότι έχει επάνω οδοντογλυφίδα δεν παχαίνει; Χαχαχα
– Πολύ αστείο! Γι αυτό το χοιρινό στο φούρνο, είναι σαν να κάνει βελονισμό;
– Οχι καλέ, στο χοιρινό είναι για να κρατάει την πετσούλα!!

Και κάπου εδώ συνειδητοποιείς ότι ξαναμπήκες στην ζώνη του λυκόφωτος και το αφήνεις να σε πάρει το κύμα. Άλλον ένα καφέ και γρήγορα! Γιατί χτυπάνε τα κουδούνια και το καμάρι πρέπει να ανοίξει. «Γεια σου θεία Μαρίκα», «Γειά σου συμπεθέρα», «Γεια σου θείε Νίκο», «Γεια σου θείε Αναξίμανδρε» – Ζει ο θείος Αναξίμανδρος;

Και θα φας! Και θα (ξανα)πιείς, και θα μάθεις όλη την ιστορία της Μαιρούλας που χώρισε γιατί την κεράτωσε ο άντρας της κι ενώ εσύ ξέρεις ότι η Μαιρούλα ηταν η πεταχτούλα της υπόθεσης, δεν θες να στεναχωρήσεις την θεία Μαρίκα που κρύβει δέκα χρόνια από τον αιώνα. Φυσικά δεν θα λείψει η ερώτηση κόλαφος «Εσύ γιατί δεν παντρεύεσαι;» κι όσο κι αν σε γαργαλάει η γλώσσα να απαντήσεις «Εσύ γιατί δεν πεθαίνεις;», κρατιέσαι, το καταπίνεις και απαντάς μια σάχλα όπως κάνεις τα τελευταία 25 χρόνια. Θα έρθει το απόγευμα, θα βγει ο καφές και γλυκά, γλυκά, γλυκά, γιατί μην αφήσουμε μονάχη τη χοληστερίνη, να ανεβάσουμε και λίγο το ζάχαρο να κάνουνε παρέα. Οι θείοι έχουν χυθεί σε πολυθρόνες και καναπέδες βαριανασαίνοντας από το πολύ φαϊ, οι θείες φτιάχνουν το Top10 των κουτσομπολιών της χρονιάς που τελειώνει και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ακούς και την μαμά σου να φωνάζει «Να καθαρίσω κι ένα φρουτάκι;» Μέχρι που δεν αντέχεις άλλο, σηκώνεσαι ευγενικά και ανακοινώνεις «Εγώ να πηγαίνω σιγά-σιγά».

Tip: Οταν το πεις αυτό, μην γυρίσεις να κοιτάξεις την μητέρα σου. Θα δεις την αποδοκιμασία στο βλέμμα της. Ότι ώρα και να είναι, ακόμα κι αν φύγεις τελευταίος! ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΩΡΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ! Κλείνοντας η πόρτα πίσω σου, με τα απαραίτητα τάπερ στο χέρι, νοιώθεις ότι έφυγε ενα βάρος! Νοιώθεις πάλι ελεύθερος! Πάει πέρασε κι αυτό. Το αντέξαμε και φέτος.

Του χρόνου πάλι! Η μήπως την Πρωτοχρονιά; Oh Shit!

γράφει ο Ντίνος Τσολάκης
eternalradio

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...