Δεν ανήκω εγώ στο τότε, αλλά εσύ


Κόβω το σχοινί. Σβήνω το τσιγάρο. Αδειάζω το τασάκι.

Επιστρέφω στο σπίτι παρακολουθώντας τον φλεγόμενο ουρανό να φωτίζει απ’ άκρη σε άκρη αυτήν τη σκοτεινή πόλη. Κι αυτό είναι αρκετό για να εισβάλλει στο μυαλό μου ασυνείδητα κι αβίαστα η ανάμνησή σου ν’ανάβεις τσιγάρο, ενώ εγώ φλέγομαι ολόκληρη απ’ τη θέρμη των χεριών σου. Αρκετό για να σταματήσω στο περίπτερο και να ζητήσω τσιγάρα ίδια με τα δικά σου. Θρασύτατο, παράτολμο, αυτοκαταστροφικό, αλλά το μοναδικό εναπομείναν αντικλείδι για ν’ανοίξω την πόρτα του «τότε».

Για να θυμηθώ τι γεύση είχαν τα φιλιά σου, που είχες το κακό συνήθειο να σκορπίζεις τζάμπα, αλλά να πληρώνω εγώ ακριβά. Για να θυμηθώ τη μυρωδιά των χεριών σου κάθε φορά που αγκάλιαζαν το πρόσωπό μου κι εσύ με κοιτούσες λες και σου χάριζαν τον κόσμο ολάκερο. Για να θυμηθώ, τον καπνό που αναδευόταν απ’τα χείλη σου κάθε φορά που μου έλεγες ένα ακόμη ψέμα.

Απόψε είναι από εκείνα τα βράδια που το τηλέφωνο σε κοιτάζει απειλητικά, απαιτώντας να ξυπνήσεις τις τηλεφωνικές γραμμές που για καιρό έχουν παραλύσει κι ο τυφώνας «μνήμη» σαρώνει κάθε απαγορευτικό εμπόδιο του μυαλού σου, για να σε προκαλέσει σε ένα ακόμη φουρτουνιασμένο ταξίδι στο χρόνο. Κι ας ναυαγήσεις.

Απόψε επέλεξα να παίξω το ρόλο του ακροβάτη κι ας ξέρω ότι μοναδικός θεατής μου θα είναι η σκιά σου, που στο τέλος αντί να με χειροκροτήσει, θα με κοιτάξει με υπεροψία, γελώντας χαιρέκακα που γι’ ακόμη μια φορά με έβγαλε νοκ άουτ. Θα θριαμβεύσει σε ένα πεδίο μάχης που ό,τι απέμεινε είναι καπνός και στάχτη από έναν κόσμο που στη φυγή σου άφησες να φλέγεται χωρίς έλεος.

Θα ήταν αφελές να σκεφτώ πως ίσως εμφανιζόσουν -έτσι ξαφνικά- για να σταθείς στη μια άκρη και να μου απλώσεις το χέρι. Δε θα το έκανες, δεν μπορείς να το κάνεις. Κι όχι γιατί δε θέλεις, αλλά επειδή η άκρη του γκρεμού θέλει κότσια που εσύ περίτρανα απέδειξες πως δε διαθέτεις.

Στη μία άκρη του σχοινιού ξέρω πως θα συναντήσω όλα όσα θα ήθελα να σου πω, αλλά ποτέ δε θα τολμήσω, από φόβο μην τυχόν και σταθώ μπροστά σου χωρίς να σε αναγνωρίζω πια. Και στην άλλη άκρη, ένας εγωισμός και μια αξιοπρέπεια να διαμελίζουν κάθε «θέλω», υπενθυμίζοντάς μου πόσο μικρός στάθηκες στο μεγαλύτερο challenge σου. Το «μαζί» μας.

Γυρεύοντας τις απαντήσεις που δεν έδωσες, γεμίζω το μυαλό μου με ερωτήματα και τα πνευμόνια μου με πίσσα, προσπαθώντας μάταια να ξεχωρίσω μέσα απ’ τα θρύψαλα έστω κι ένα άθικτο κομμάτι γυαλί, με την ελπίδα ότι μέσα από αυτό θα γεννηθεί ξανά το όλον. Και μπορεί να ματώσω, αλλά στο τέλος θα το βρω. Θα το βρω και θα κοιτάξω σε αυτό το είδωλό μου, για ν’αντικρίσω τα σημάδια που έμαθα ν’αγνοώ στην προσπάθειά μου να με πείσω πως σημασία έχει το ότι οι πληγές πια έκλεισαν.

Βραδιές σαν κι αυτές θα έπρεπε να διώκονται ποινικά. Άλλωστε, έγκλημα είναι κι ο αυτοτραυματισμός της ψυχής σου και μάλιστα απ’ τα μεγαλύτερα.

Σε θυμήθηκα απόψε, κι εγώ και το τασάκι μου. Συνήθισε να το γεμίζει η απουσία σου, συνήθισα να με αδειάζει η δανεική παρουσία σου. Πονάει το απόψε, αλλά όχι όσο θα πονέσει το αύριο, όταν με το ξημέρωμα η κάθε προσδοκία που χτίζει την ελπίδα, θα εξατμιστεί στο άγγιγμα της πρώτης ηλιαχτίδας. Η ελπίδα για το τότε, όχι για το τώρα. Και δεν ανήκω εγώ στο τότε, αλλά εσύ.

Κόβω το σχοινί. Σβήνω το τσιγάρο. Αδειάζω το τασάκι. Πετάω τα τσιγάρα σου. Θυμήθηκα πώς είναι να σε θυμάμαι και τελικά προτιμώ να θυμάμαι να σε ξεχνάω.

Γράφει η Σοφία Μιχοπούλου
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...