Δαντελένια κουρτινάκια


Είναι σαν να το μυρίζω ακόμα: μύριζε κουφέτο.

Από μικρή είχα αυτή τη λατρεία: τα δαντελένια κουρτινάκια. Πάντα μου φαίνονταν μαγικά για τον εξής λόγο : πίσω τους κάτι διακρίνεται και κάτι όχι, επομένως μπορώ να υποθέσω, να φανταστώ, ό,τι εγώ επιθυμώ. Σ’ αυτό που αχνοφαίνεται προσθέτω τις δικές μου πινελιές και το κάνω πανέμορφο ή πανάσχημο σύμφωνα με τη διάθεσή μου.

Θυμάμαι το σπίτι στο χωριό της γιαγιάς μου στη Μυτιλήνη. Είχε μια μικρή κάμαρη με ντιβάνι απ’ αυτά τα ψηλά με το άβολο, σκληρό στρώμα. Στον τοίχο δίπλα του μια φλοκάτη που απεικόνιζε μια βουνοπλαγιά μ’ έναν βοσκό και πολλά πρόβατα. Τα μεσημέρια που η γιαγιά μ΄ έβαζε με το ζόρι να κοιμηθώ μετρούσα τα προβατάκια. Ήταν τόσο πολλά που κάθε φορά μου έβγαινε άλλος αριθμός. Αφού δεν τα κατάφερνα ποτέ με τον μεσημβρινό ύπνο σηκωνόμουν στις μύτες και πιο αργά κι από την χελώνα για να μην ακούσει η γιαγιά το τρίξιμο του σαθρού πατώματος πήγαινα και ανέβαινα στο πρεβάζι του παραθύρου. Έκλεινα το δαντελένιο κουρτινάκι και ευθύς ένιωθα πως εκεί κρυβE;όμουν, ήταν το καταφύγιο μου και κανείς δεν μπορούσε να με πειράξει. Καθόμουν εκεί ώρες σε εντελώς άβολη στάση με τα γόνατα να πιέζουν το θώρακά μου και κοιτούσα το καμένο απ΄ τον ήλιο στενό. Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τα σαπουνόνερα που έτρεχαν στο αυλάκι μπροστά από τα απέναντι σπίτια και αφουγκραζόμουν με προσοχή τη σιωπή του χωριού που έλιωνε σ’ έναν μακρύ Αυγουστιάτικο ύπνο.

Εκεί, στο εικονικό σπιτάκι μου, φανταζόμουν διάφορα μαγικά πράγματα με το παιδικό μυαλουδάκι μου. Θυμάμαι ήθελα τόσο να δω μια νεράιδα που θαρρώ πως όντως την είδα. Αχνοφάνηκε πίσω απ’ το δαντελένιο κουρτινάκι μου και φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα, άπλωσα το χέρι να την αγγίξω μα αυτή έφερε το δάχτυλο μπροστά στα χείλη της και μου έγνεψε : σιωπή! Σώπασα και δεν είπα ποτέ τίποτα σε κανέναν. Ήταν για δευτερόλεπτα και χάθηκε, απέμεινα και πάλι μόνη πίσω απ’ το δαντελένιο κουρτινάκι μου, φυσούσε ελαφρά κι αυτό μου χάιδευε το πρόσωπο. Είναι σαν να το μυρίζω ακόμα: μύριζε κουφέτο.

Το επόμενο καλοκαίρι λαχταρούσα να ξαναβρεθώ με τον «φίλο μου» στο σπίτι της γιαγιάς. Αφού φτάσαμε στο χωριό αγκαλιές, φιλιά, μυρωδιά ελληνικού καφέ, οι μεγάλοι είπαν τα νέα τους αργά και βασανιστικά για μένα που μετρούσα τα λεπτά για τη μεσημεριανή σιέστα. Στρώσαμε το τραπέζι για το μεσημβρινό γεύμα. Κουβαλούσα πιάτα, ποτήρια με σβελτάδα να τελειώσουμε γρήγορα το φαγητό να ανέβω στο πρεβάζι μου να τυλιχτώ με το δαντελένιο κουρτινάκι μου, να γίνει το πέπλο στα όνειρά μου, η απαλή πούδρα που με έκανε ό,τι φανταζόμουν: πριγκίπισσα, νάνο, νεράιδα, πολεμιστή… Θυμάμαι πως φάγαμε κόκορα κοκκινιστό με χοντρά βουτυρένια μακαρόνια, τα οποία ρουφούσα με τέτοια μανία που κόντευαν να μου βγουν απ΄ τη μύτη. Η γιαγιά είχε στη γυάλα γλυκό του κουταλιού φιστίκι και στο ψυγείο παγωμένη βανίλια υποβρύχιο Χιώτικη. Θα έβαζα στο γυάλινο πιατάκι μου πολύ γλυκό και στο ποτήρι μου μια τεράστια κουταλιά βανίλια και θα τα απολάμβανα εκεί πάνω. Έφτασε η ώρα πια να ξεκουραστούμε για μεσημέρι. Ξάπλωσα στο ντιβάνι και άρχισα να μετράω τα προβατάκια, ώσπου ν’ ακούσω τις βαριές ανάσες των άλλων, σημάδι πως κοιμούνται. Τότε σηκώθηκα και με λαχτάρα παιδική τράβηξα ιεροτελεστικά το δαντελένιο κουρτινάκι και προσπάθησα να ανέβω στο πρεβάζι για να διαπιστώσω πως κάτι είχε αλλάξει στο καταφύγιό μου. Είχε γίνει ασφυκτικά μικρό ή μάλλον όχι. Εγώ είχα ψηλώσει και παχύνει και δεν χωρούσα πια. Με πήραν τα κλάματα και απ’ το άχτι μου έφαγα όλο το βάζο γλυκό κουταλιού φιστίκι με αποτέλεσμα να κλάψω περισσότερο γιατί πόνεσε και η κοιλιά μου.

Δεν θα είχα πια καταφύγιο, δεν θα μπορούσα πια να μεταμορφωθώ, θα έμενα πάντα κάμπια μα όχι πεταλούδα. Μετά το κλάμα ήρθε ο θυμός. Κρατούσα μούτρα στο δαντελένιο κουρτινάκι και σκοπίμως το αγνοούσα σαν να μην υπάρχει για να το πληγώσω. Αυτό βέβαια όχι μόνο χαμπάρι δεν είχε πάρει μα φούσκωνε και ξεφούσκωνε με το Αυγουστιάτικο μελτέμι και σκορπούσε ξεδιάντροπα το άρωμα του σε όλο το σπίτι. Αυτό το άρωμα που μέχρι πρότινος ήταν μόνο δικό μου…

Η προδοσία αυτή μπορώ να πω πως σήμανε την πρώτη μου ερωτική απογοήτευση. Να μου πεις: απογοήτευση από κουρτίνα; λογικό δεν το λες και τόσο, κι όμως συνέβη. Έκτοτε αφού δοκίμασα διάφορα νέα καταφύγια για να ονειρεύομαι όπως μέσα στη ντουλάπα, στο υπόγειο, σε μια  γωνίτσα δίπλα στη σόμπα πετρελαίου, ανακάλυψα πως η καλύτερη κρυψώνα που ποτέ δεν θα με πρόδιδε ήταν το δωματιάκι του μυαλού μου. Εκεί όλα ήταν οικεία, όλα δικά μου, κανείς δεν θα μου έλεγε: «εεεπ τι κάνεις εδώ;», κανείς δεν όριζε το πως, το που και το γιατί, μόνο εγώ. Η ανακάλυψη πως το καταφύγιο μου ήμουν εγώ και δεν χρειαζόταν καν να κλείσω τις κουρτίνες των ματιών μου για να ονειρευτώ ό,τι μα ό,τι ήθελα ήταν η πιο σημαντική παιδική μου ανακάλυψη, ο θησαυρός μου. Ποτέ δεν θα ήμουν πολύ μικρή ή πολύ μεγάλη για τα όνειρά μου, ποτέ δεν θα χρειαζόταν καμία εξήγηση γι’ αυτά και θα μπορούσα να τα μοιραστώ όποτε και με όποιον ήθελα εγώ. «Το μόνο πράγμα που μας ανήκει πλήρως κι ας το ‘χουν ίσως φανταστεί πολλοί, είναι τα όνειρά μας» σκέφτηκα με γλύκα αγκαλιάζοντας το δαντελένιο κουρτινάκι και χώνοντας το πρόσωπο μου μέσα του έτσι να του δείξω πως το συγχώρησα.

Ήμουν μια μικρή κοπέλα πια, με καθόλου μικρά όνειρα όμως….

Eleni Q
kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...