Το χέρι μου μέσα στο δικό σου


Όπως κι αν το πεις δεν αλλάζει.

Το μητρικό γάλα: η πρώτη παρηγοριά που είχαμε ποτέ. Ήταν αυτό που σταματούσε το βρεφικό μας κλάμα, αυτό που μας νανούριζε να κοιμηθούμε γλυκά, το αντίδοτο στους πόνους μας, στα πρώτα προβλήματα της επίγειας ζωής μας.

Από τότε υποσυνείδητα γνωρίζαμε πως σ’ αυτή τη στράτα θα είχαμε τη δύναμη να τα καταφέρουμε μόνοι μας, μα θα ήταν ανακουφιστικό αν υπήρχε έξω από εμάς μια μικρή μα μαγική βοήθεια που θα μας γλύκαινε την πίκρα, θα  μας έδινε το κουράγιο να συνεχίσουμε να ξημερώνουμε τις μέρες μας με ελπίδα.

«Θα στο κάνω μα να περάσει»: μια απ’ τις πρώτες συνειδητές παρηγοριές μας όταν χτυπούσαμε, όταν πονούσαμε, όταν κλαίγαμε, όταν φοβόμασταν. Πέρασα πολλά χρόνια πιστεύοντας πως τα χείλη της μαμάς όντως έπαιρναν τον πόνο μακριά, έτσι προσπαθούσα να μην τα πολυεκμεταλλεύομαι μην χάσουν την μαγική, θεραπευτική ιδιότητά τους.

Στην εφηβεία, τα χρόνια εκείνα που οι μαμάδες βλέποντας μας να βγαίνουμε απ’ το κουκούλι μας προσπαθούν να «ρουφήξουν» όση παιδικότητα μας απομένει σαν άλλες βαμπιρέλες παιδικής γλύκας, η παρηγοριά μας ήταν οι φίλοι. Με μια κουβέντα τους, αθώα και ίσως ανόητη ή ένα χτύπημα στον ώμο μας έκαναν να μην νιώθουμε τόσο μόνοι στο τέλος. Ένας καλός φίλος μπορούσε να αποβεί σωτήριος και απίστευτο στήριγμα μέσα από ατελείωτες συζητήσεις και μεταμεσονύκτια τηλεφωνήματα. Και βέβαια το bff (best  friend forever) ήταν κάτι που πιστεύαμε με την ψυχή μας. Πιστεύαμε στο «για πάντα» ακόμα κι αν αυτό κρατούσε μέρες.

Μεγαλώνοντας τα πράγματα γιγαντώνονται σε δυσκολία. Και μειώνονται σε αντοχές. Τα εμπόδια γίνονται σιγά σιγά αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας και συχνά προσπαθούμε να βρίσκουμε γιατρειά μέσα μας με σκέψεις ατέλειωτες μια θετικές μια αρνητικές που γίνονται εμμονικές ή γλιστράνε στο χρόνο και επαναλαμβάνονται. Έρχονται στιγμές που αισθανόμαστε αβοήθητοι. Νιώθουμε πως ό,τι κι αν πούμε ή κάνουμε κανείς δεν θα μπει στη θέση μας. Πως ο σταυρός είναι μόνο δικός μας καθώς κι ο Γολγοθάς κι αυτή η μοναξιά μας εξουθενώνει. Πότε ξεκόλλησαν τα χείλη μας απ’ το στήθος της μάνας, πότε γίναμε οι ίδιοι μάνες και πατεράδες, πως απ’ τη μια μέρα στην άλλη όλα εκείνα που θεωρούσαμε δεδομένα κατέρρευσαν. Η συνειδητοποίηση πως στέκεσαι στη μέση μιας αρένας ουσιαστικά μόνος, πως θα πρέπει να πολεμήσεις λιοντάρια και ύαινες με τα γυμνά σου χέρια και να επιβιώσεις είναι σκληρή μα η μόνη αλήθεια. Το λες μελοδραματικό; Tραγικό; Όπως κι αν το πεις δεν αλλάζει. Η γυαλάδα στα κοφτερά δόντια είναι εκεί κι εσύ δεν έχεις επιλογή παρά να πέσεις επτά φορές και να σηκωθείς οχτώ. Με ματωμένα γόνατα, με αποκαμωμένη αναπνοή; Δεν παίζει ρόλο κανένα. Πρέπει να σηκωθείς.

Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο παίζει καθοριστικό ρόλο το χέρι που θα σε τραβήξει να σηκωθείς. Όταν υπάρχει αυτό το χέρι όλα ξαφνικά γλυκαίνουν. Οι κακές μάγισσες σαν να χαμογελούν, τα θηρία μοιάζουν χορτασμένα κι εσύ σαν να αρχίζεις να βλέπεις το φως στην άκρη του τούνελ. Όταν ήμασταν παιδιά θυμώναμε να μας πιάνουν απ’ το χέρι, θέλαμε να νιώθουμε ελεύθεροι να τρέξουμε, να παίξουμε. Τώρα που μεγαλώσαμε επιζητούμε ένα χέρι να μας τραβήξει στην επιφάνεια, να μας χαϊδέψει το κεφάλι, να νιώθουμε το βάρος του πάνω μας όταν κοιμόμαστε. Ένα χέρι να μας κρατά στα δύσκολα και στα εύκολα, να μας δίνει ώθηση στην ανηφόρα και στην κατηφόρα να μας φρενάρει λίγο. Ένα χέρι νεανικό και λείο που να φωλιάζουμε το δικό μας μέσα του μέχρι να γίνει τραχύ και ροζιασμένο…  Μέχρι το δικό μας «για πάντα»…

Eleni Q
kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...