Εκείνες που έψαξαν τον έρωτα κι έχασαν τον εαυτό τους


Κι αυτό μπορεί να την άφηνε μόνη αλλά δε θα την άφηνε δυστυχισμένη.

Κι αυτή η μοναξιά.
Όσο την απόφευγε, τόσο εκείνη ερχόταν και κόλλαγε πάνω της. Της έκλεινε ειρωνικά το μάτι σε ώρες δύσκολες κι ήταν σαν να της έλεγε “Εδώ είμαι εγώ, μη φοβάσαι”.
Αλλά αυτό ήταν που φοβόταν περισσότερο από το κάθε τι: Να μείνει μόνη της.
Γιατί είχε μεγάλο απόθεμα αγάπης στην καρδιά της και ήθελε να το δώσει. Λες και την έπνιγε η περίσσια, ζητούσε να χαρίσει αγάπη, να μοιράσει, να μοιραστεί.
Κι ήταν τόσο το παθιασμένο θέλω της, που έκανε λάθη.
Προσπαθούσε να τα μετρήσει όλα αυτά τα λάθη κι έχανε το λογαριασμό. Μηδένιζε και ξεκινούσε από την αρχή, αλλά και πάλι έχανε το μέτρημα.
Άνδρες πολλοί. Ποτέ δεν τους ήθελε πολλούς κι όμως έτσι της κλήρωσε. Άνδρες ξανθοί, μελαχροινοί, κοντοί, ψηλοί, αδύνατοι και γεμάτοι, άνδρες γοητευτικοί ή και ολότελα άσχημοι, άνδρες με κάτι ή και χωρίς κάτι. Άνδρες που τους έλεγε αρκετούς και που της έβγαιναν ολότελα, σκάρτα λίγοι.
Τα σκέφτονταν και τα έβαζε με τον εαυτό της. Όχι δεν ήταν εύκολη. Ανασφαλής ήταν και δεν ήθελε να είναι μόνη.
Κι ήταν ακριβώς αυτή η ανασφάλειά της που την έκανε να ωραιοποιεί πρόσωπα, χαρακτήρες, καταστάσεις. Δεν της έκαναν όλοι οι άνδρες που γνώρισε. Έβλεπε ατέλειες, έβλεπε διαφορές. Αλλά τις στρογγύλευε τις γωνίες. Μια ζωή τις στρογγύλευε για να μπορέσει να συνυπάρξει. Έκανε στην άκρη αυτό που βαθιά ήθελε, αυτό που κατά βάθος ήταν, για να ταιριάξει. Για να μπορέσει να ονοματίσει τον άλλο άνθρωπό της και να σχεδιάσει τη ζωή της μαζί του. Μα δε νερώνεται συνέχεια το κρασί. Βάζεις νερό και ξαναβάζεις, λες δεν πειράζει αλλά μέχρι πότε;
Έφτανε η ώρα που έπινε σκέτο νερό αντί κρασί. Το έφτυνε με αηδία κι απορούσε. Δεν είναι ότι δεν της άρεσε το νερό. Αλλά εκείνη την ώρα ήθελε κρασί κι όχι εκείνο το ξέπλυμα που είχε φτιάξει. Κάπως έτσι συνερχόταν και καταλάβαινε κάθε φορά τη χαζομάρα της.
Κάπως έτσι εγκατέλειπε εκείνον που έλεγε ότι δε θα εγκαταλείψει ποτέ.
Κάπως έτσι προχωρούσε στον επόμενο.
Κι ύστερα στο επόμενο. Γέμισε ονόματα η ατζέντα της κι ερημιά η καρδιά της. Δεν την ήθελε έτσι τη ζωή της. Έναν άνθρωπο να αράξει ζητούσε γαμώτο κι αυτός δεν έλεγε να φανεί. Δεν έφταιγε εκείνος. Εκείνη έφταιγε και το ήξερε.
Μες τις ώρες της ατέλειωτης απαισιοδοξίας της, μόνο μια ερώτηση βασάνιζε το μυαλό της. Δεν ήταν το “γιατί σε μένα”, όσο κι αν αυτό μπορεί να ήταν το προφανές.
“Ποια είμαι;” αναρωτιόταν κι απάντηση δεν έδινε. Δεν μπορούσε να δώσει.
Βλέπεις μέσα στο πάθος της αναζήτησης είχε ξεχάσει τον εαυτό της. Έψαχνε τον άλλο κι έχανε εκείνη.
Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο της ήταν και αβάσταχτη η μοναξιά. Γιατί δεν τη συντρόφευε ο εαυτός της, γιατί δεν τον είχε να του δώσει λίγη από την αγάπη που ξεχείλιζε από μέσα της.
Με λίγη αγάπη στον εαυτό της όλα θα πήγαιναν καλύτερα. Με λίγη πίστη σε εκείνη, η ζωή θα της χαμογελούσε.
Μπορεί να μην έβρισκε σύντροφο. Αλλά τουλάχιστον θα έβρισκε τον εαυτό της.
Κι αυτό μπορεί να την άφηνε μόνη αλλά δε θα την άφηνε δυστυχισμένη.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...