Πεθαμένοι κι οι δυο


Κι ακόμα δεν έχω πάει σούπερ μάρκετ...

Το χαρτί στην τουαλέτα ήταν πάλι εκτός θήκης. Εγώ έπρεπε να το τοποθετήσω στη θέση του όπως κάνω συνήθως. Αυτή η δραστηριότητα ήταν η πιο συναρπαστική που συνέβη αυτή την εβδομάδα στο Βασίλειο της Βαρεμάρας, στο σπίτι μας.

Με αφορμή την υπόθεση χαρτί τουαλέτας, ξεκίνησε ένας τεράστιος καυγάς. Περάσαμε απίστευτα ωραία! Το αίμα μας κύλησε στις φλέβες μετά από πολύ καιρό, εγώ έκλαψα αρκετά, ίσως και να το παράκανα δηλαδή, μου πήρε δυο ώρες με μερικά μικρά διαλλείματα, εκείνος με έβρισε λίγο, για την ακρίβεια με έστειλε στο διάολο και μου είπε πως ίσως θα έπρεπε να πάω καμιά βόλτα στη μάνα μου. «Εγώ κλαμένη στη μάνα μου, δεν πάω» του είπα και σταμάτησε.

Ευτυχώς που έγινε αυτός ο καυγάς γιατί υπήρξαν κάποιες μέρες που πίστευα πως έχουμε κι οι δυο πεθάνει και δεν είχε φιλοτιμηθεί ένας χριστιανός να μας το πει. Τελικά βεβαιώθηκα πως είμαστε ζωντανοί, αφού την επόμενη ημέρα τα πειστήρια του καυγά υπήρχαν εκεί , σιωπηλοί μάρτυρες, για να μας θυμίσουν πως πράγματι, έστω κι αν είμαστε φαινομενικά νεκροί, είχαμε ανασύρει όση δύναμη χρειαζόταν για να καταφέρουμε  εγώ να σπάσω το κοντάρι της ηλεκτρικής σκούπας (όχι στο κεφάλι του) κι εκείνος να ξεκολλήσει  λίγο από τη θέση της την μπαταρία της κουζίνας. Τρέχει νερά τώρα.

Πρέπει να φωνάξω υδραυλικό. Δύσκολο πράγμα στις μέρες μας. Ανακάτεψα τα συρτάρια μήπως και βρω καμία καρτ βιζίτ υδραυλικού. Αντ`αυτού βρήκα φωτογραφία μιας παλιάς του γκόμενας. Δεν ήξερα πως είχε φέρει εδώ στο σπίτι μας, στο ζεστό μας, βαρετό σπιτικό, τη φωτογραφία της. Την είδα τις προάλλες στο κομμωτήριο και κόντεψα να μείνω σέκος. Χάλια. Πήρα την Έλενα δέκα η ώρα το πρωί να την ενημερώσω για τη συνάντηση κορυφής.

Η Έλενα ήταν στην τράπεζα και είχε πελάτη μπροστά, αλλά προς τιμήν της, με άκουσε αδιαμαρτύρητα. Κόντεψα να ουρλιάξω από τη χαρά μου που είχε γίνει σαν σταφίδα, τα μαλλιά της ήταν σαν φιδές, άδικα πάλευε η κομμώτρια,  η περιφέρεια της ήθελε δέκα λεπτά γύρω γύρω ποδαρόδρομο για να περπατηθεί ολόκληρη, το καταχάρηκα. Ωστόσο, βγαίνοντας γλίστρησα και παραλίγο να στραμπουλίξω άσχημα το πόδι μου. Καλά να πάθω, από την κακία μου.

Έσκισα τη φωτογραφία, εννοείτε, σιγά μην την ψάξει. Κι αν την ψάξει, θα με ρωτήσει; Σιγά μην το παραδεχτώ. Τον ρώτησα αν με αγαπάει. Σιγά μην απαντούσε.

Αποφεύγει, πάντα αποφεύγει. Με αποφεύγει; Δεν ξέρω πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτό και από ποιόν. Προσπαθώ να μην βρισκόμαστε πολλές ώρες μαζί στο σπίτι. Το Σαββατοκύριακο είναι το χειρότερό μας. Σχεδόν σκοντάφτουμε ο ένας επάνω στον άλλον από τη βαρεμάρα σαν παραζαλισμένα κοτόπουλα.

Πρέπει να πάω πάλι σούπερ-μάρκετ και αυτή τη φορά δεν έχω όρεξη. Έχω βαρεθεί και πρέπει κάτι να γίνει. Νομίζω πως θα ανέβω στο πατάρι να κατεβάσω εκείνη την κίτρινη βαλίτσα που είχαμε πάρει μαζί πέρσι το καλοκαίρι για τις διακοπές μας, εγώ την είχα διαλέξει δηλαδή , εκείνος ποτέ δεν νοιάστηκε για κάτι τέτοια, ούτε κι εγώ στ`αλήθεια. Ήθελα μόνο να με αγαπάει. Μάλλον δεν με αγαπάει πια. Κι εγώ δεν ξέρω, αν…

Να του αφήσω μερικά ρούχα καθαρά. Θα τα καταφέρει μόνος; Ούτε νερό δεν ξέρει να βράσει. Ολόκληρη ντουλάπα ρούχα δεν χωρούν σε μια βαλίτσα μονάχα, θα έρθω ξανά προφανώς, να πάρω και τα υπόλοιπα. Θα κλάψουμε, θα μου ζητήσει συγνώμη, θα του πω πως μου λείπει ήδη πολύ, κι εκείνος θα μου πει πως με αγαπάει και δεν χρειάζεται να μου το λέει συνέχεια, νόμιζε πως το ξέρω. Κι εγώ θα σταματήσω τότε τα κλάματα, πολύ πιθανόν να φιληθούμε και στο στόμα, ναι αυτό είναι πολύ πιθανό. Κι ύστερα θα ξαπλώσουμε αποκαμωμένοι στον κατακόκκινο καναπέ μας.

Νάτος , με παίρνει τηλέφωνο. Κι ακόμα δεν έχω πάει σούπερ μάρκετ, δεν έχουμε τίποτα να φάμε σήμερα. Καλύτερα να μην απαντήσω. Ας μην πάω πουθενά.

Κι ας τελειώσουμε επιτέλους εδώ αυτό το βαρετό θάνατο.

Μαρίνα Δημητρέλη
kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...