Μου λείπει η παιδικότητά μου και, πάνω απ´όλα, ο παππούς μου


Αυτό μου έχει λείψει. Αυτό και το νησί.

Είναι κάποιες φορές στη ζωή μας που νοσταλγούμε τους ανθρώπους μας, τα καλοκαίρια μας.
Που αναπολούμε το παρελθόν, τότε που με το τίποτα ήμασταν ευτυχισμένοι.
Αυτές τις μέρες ένιωσα ξαφνικά μεγάλη. Ένιωσα πως η παιδικότητά μου έχει κρυφτεί για τα καλά.
Πλησιάζει η εποχή που κυκλοφορείς χωρίς μπουφάν κ το πρώτο πράγμα που κατεβάζεις από τις ντουλάπες είναι τα μαγιώ και οι πετσέτες θαλάσσης. Ξέρεις όμως τι πραγματικά μου έχει λείψει ;
Εκείνα τα καλοκαίρια στο νησί, εκείνες οι φορές που από το πουθενά μαζευόμασταν ένα τσούρμο παιδιά κι αλωνίζαμε σε όλη τη Σκιάθο. Δεν είχαμε κινητά για να μετράμε τα like, είχαμε όμως να μετράμε τα παγωτά που τρώγαμε.
Μετρούσαμε ακόμα και τα μπάνια μας στην θάλασσα.
Τα καλοκαίρια μας είχαν μυρωδιά από coppertone και άμμο στις βαλίτσες της επιστροφής. Κι έτσι όταν γύριζα πίσω στην Αθήνα είχα να λέω στο σχολείο πως στις διακοπές μου έφαγα 150 παγωτά κι έκανα 100 μπάνια.
Αυτή ήταν η χαρά μου, όχι μόνο η δική μου, αλλά όλης της γενιάς μου θεωρώ. Μου έχουν λείψει εκείνα τα απογεύματα στο Μπούρτζι, που χαζευάμε την θάλασσα και πετώντας πέτρες μετρούσαμε τα κυματάκια που σχηματιζόντουσαν.
Μου έχει λείψει που γύριζα στο σπίτι κι ο παππούς μου είχε πάντα κομμένο πεπόνι και καρπούζι παγωμένο, βγαίναμε και καθόμασταν στην ταράτσα, ένιωθα ευτυχισμένη που τα αστέρια ήταν τόσο καθαρά και κοντά που μπορούσες να τα μετράς με τις ώρες.
Του έκανα άπειρες ερωτήσεις καθημερινά και πέρα από τις απαντήσεις του πάντα είχα μπόνους εκείνη την κρέπα με την λευκή σοκολάτα. Ήμουν ελεύθερη, χωρίς έγνοιες, χωρίς προβληματισμούς, ήμουν παιδί.
Αυτό μου έχει λείψει. Αυτό και το νησί.
Μου λείπει η παιδικότητα μου και πάνω απ´όλα ο παππούς μου.
Εκείνος που μου έμαθε πώς το καρπούζι τρώγεται και με φέτα. Εκείνος που έβαζε στην τσάντα μου κρυφά από όλους χαρτζιλίκι και με έμαθε να αγοράζω πάντα σεταρισμένα τα ρούχα μου.
Εκείνος που με έμαθε να ακούω ποιοτική μουσική και να τραγουδάω με την ψυχή μου.
Εκείνος που με τα λόγια του με κάνει να προσπαθώ καθημερινά να παλεύω. Ο παππούς μου, που τον είχα, μα δεν τον έχω πια.
Λείπεις. Πάντα λείπεις. Και τα καλοκαίρια στο νησί δεν είναι ποτέ ίδια πλέον. Και έχω σταματήσει να μετράω παγωτά και μπάνια. Και δεν είμαι παιδί πια. Και μου λείπουν όσο τίποτα άλλο οι συζητήσεις μας.
Και δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο σε όλο το νησί που να μη σε θυμίζει. Πέρασα άπειρες φορές έξω από την πόρτα σου. Κοίταξα αμέτρητες φορές επάνω στο σπίτι. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που με έκανες να σηκωθώ. Όλες τις φορές που με την ηρεμία σου με ηρέμησες. Όμως τίποτα πια δεν είναι ίδιο. Και Δεν θυμάμαι πότε σου είπα τελευταία φορά “Σε ευχαριστω” και “Σ´αγαπώ”. Θυμάμαι όμως όλες τις φορές που σου το έδειξα. Όλες τις φορές που με κοιτούσες και το χαμόγελο σου ήταν τεράστιο.
Σαν την αγκαλιά σου.
Ακόμα σε ψάχνω κάποιες φορές μέσα στο πλήθος, μερικές φορές με πιάνουν και τα κλάματα ασυναίσθητα.
Όμως Λείπεις. Πάντα λείπεις.
Και φέτος θα πάω πάλι στο νησί.
Και πάλι θα σε ψάχνω. και πάλι θα περνάω από το σπίτι και θα ανηφορίζω προς τα εκεί που πηγαίναμε και γεμίζαμε νερό από την πηγή. Και θα κατηφορίζω προς το μαγαζάκι για να πάρω εκείνη την κρέπα με την λευκή σοκολάτα. Και πάλι θα σου κάνω ερωτήσεις.
Κι εσύ θα χαμογελάς. Γιατί θα ξέρεις.
Πως από μέσα μου δεν μπορεί να σε πάρει κανείς.

Για Σένα Παππού Μου.

Της Μαρίας Χριστίνας Σωτήρου
anapnoes

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...