Είναι ζόρικο το να αγαπάς χωρίς ανταπόκριση


Σου είπαν ότι δε γίνονται θαύματα. Αλλά εσύ πιστεύεις και σε αυτά.

Έμαθες να δίνεις.
Έμαθες να αγαπάς και να μετουσιώνεις τούτο το συναίσθημα σε δοτικότητα.
Έτσι είσαι από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου και δεν μπορείς να το αλλάξεις. Και δεν μπορείς και δε θέλεις, εδώ που τα λέμε.
Βέβαια δεν είναι όλα ρόδινα σε τούτη τη γεμάτη δοσίματα ζωή σου.
Βλέπεις οι άνθρωποι ξέρουν να δέχονται. Είναι εύκολο άλλωστε αυτό. Απλώνουν το χέρι και παίρνουν. Μερικές φορές χαμογελούν κιόλας. Λένε και καμιά μεγάλη κουβέντα και ξεμπέρδεψαν. Όταν όμως πρέπει να δώσουν, αρχίζουν τα δύσκολα.
Εύκολα παίρνει κανείς, δύσκολα δίνει. Τσιγκούνικα και μετρημένα. Ενίοτε και καθόλου. Κι εκεί, στο λίγο του άλλου ή στο καθόλου του, με αποδέκτη εσένα, ξεκινάει και η απότομη προσγείωσή σου.
Δεν έδωσες για να πάρεις. Αλλά θέλεις να πάρεις, δεν το κρύβεις. Θέλεις να νιώσεις κι εσύ ότι αξίζεις να αποχωριστεί κάτι κάποιος για σένα. Κι όταν αυτό δε γίνεται, μένεις στο κενό. Μένεις κενός.
Έτσι είναι οι άνθρωποι σου λένε. Αλλά εσύ δε θέλεις να το δεχτείς. Εσύ κρίνεις από τον εαυτό σου και περιμένεις να σου δώσουν. Απλώνεις τις χούφτες, ανοίγεις την καρδιά και περιμένεις λέξεις, πράξεις, περιμένεις κάτι που να σε κάνει σημαντικό. Κι όταν αυτό δεν έρχεται ποτέ, εσύ νιώθεις πιο ασήμαντος κι από τους ασήμαντους.
Άσχημο συναίσθημα. Ζόρικη η αγάπη δίχως ανταπόκριση, το δόσιμο δίχως ανταπόδοση. Έχει μέσα του κενό, απογοήτευση και δάκρυα.
Νιώθεις ότι την ξοδεύεις την αγάπη σου σε κάποιους που δεν την αξίζουν. Μια στιγμή αποφασίζεις, πάνω στο θυμό και την πίκρα, να την κρατήσεις μόνο για σένα. Την επόμενη στιγμή, όμως, το μετανιώνεις. Πώς θα ζήσεις δίχως νοιάξιμο, δίχως αγάπη, δίχως δόσιμο;
Όλα τούτα που κουβαλάς μέσα σου, αν τα κρατήσεις φυλαγμένα θα έρθει μέρα που θα σε πνίξουν. Θα ξεχειλίσουν κι εσύ θα χαθείς μπρος στην ορμή τους.
Όχι, θα δίνεις. Το πήρες πια απόφαση. Με όποιο κόστος, με όποιο τίμημα, θα δίνεις. Γιατί έτσι είναι η στόφα σου, γιατί έτσι είσαι εσύ.
Θα δίνεις με κομμένη την ανάσα. Θα κλείνεις τα μάτια και θα μετράς αντίστροφα μέχρι κι εσύ κάτι να πάρεις. Έναν καλό λόγο, μια πράξη, μια κίνηση, λίγη αγάπη. Κι αν πάλι μηδενίσει ο χρόνος και δεν πάρεις τίποτα, θα σκουπίζεις στα κλεφτά ένα δάκρυ και θα προσπαθείς ξανά. Και ξανά.
Θα προσπαθείς και θα ελπίζεις. Θα ελπίζεις πως θα ξημερώσει μια ευλογημένη μέρα που το χέρι σου θα απλώσει για να δώσει και θα σου γυρίσει πίσω όχι άδειο, αλλά γεμάτο. Γεμάτο ζεστασιά, γεμάτο έννοια, γεμάτο αγάπη.
Αυτό ελπίζεις, γι’αυτό προσεύχεσαι.
Σου είπαν ότι δε γίνονται θαύματα. Αλλά εσύ πιστεύεις και σε αυτά.
Και τα περιμένεις… Πάντα τα περιμένεις…

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...