Εκείνα τα μεγάλα «παιδιά» με την καθαρή ψυχή


Τον σέβομαι και δεν τον ενοχλώ.

Δε γνωρίζω πώς τον λένε. Καλά καλά δεν ξέρω ούτε πού μένει.
Τον βλέπω όμως κάθε απόγευμα και συγκινούμαι.
Φιγούρα ψηλόλιγνη, με κυματιστό περπάτημα, ακουστικά στα αυτιά κι ένα σκυλάκι με λουρί.
Κι όχι κανένα μεγάλο σκυλί. Από αυτά τα μικρούτσικα τα σαλονίσια.
Περπατάει με αυτό το ασταθές βήμα του, ακούει τη μουσική του και χαμογελά.
Και μαζί με αυτόν χαμογελώ κι εγώ. Γιατί ξέρω. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε να καταλάβω πως ο χρόνος για τούτο το παιδί δεν προχωρά όπως για όλους τους υπόλοιπους.
Αυτό το παιδί δεν πρόκειται να μεγαλώσει ποτέ.
Μαζί με αυτόν κι άλλοι ακόμη που εγώ μπορεί να μην τους δω ποτέ.
Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που μεγαλώνει μόνο το σώμα κι όχι το μυαλό τους.
Εκείνο παραμένει παιδικό.
Θα τους δεις να χαμογελούν πλατιά για κάτι μικρό. Να κλαίνε δυνατά με κάτι εξίσου μικρό.
Θα τους δεις να αγαπούν με όλη τους την καρδιά και να αγκαλιάζουν σφιχτά. Θα τους δεις να πεισμώνουν και να κακιώνουν κι ύστερα πάλι να τα ξεχνούν όλα και να φιλιώνουν.
Είναι παιδιά κι έτσι θα παραμείνουν. Όσο και να μεγαλώνουν αυτό δε θα αλλάξει.
Η ψυχή τους θα μένει καθαρή, αμόλυντη. Ο χρόνος δε θα τη φθείρει. Στο μυαλό τους ο χρόνος δεν έχει καμία δύναμη. Μπορεί να γερνά τα κύτταρά τους αλλά δεν επηρεάζει τίποτα άλλο. Η ψυχή μένει αναλοίωτη, το μυαλό το ίδιο…
Αυτά τα παιδιά που τα λένε με ειδικές ανάγκες ζουν σε ένα δικό τους όμορφο κόσμο. Δεν τους αγγίζουν μικρότητες και μιζέριες, δεν τους αφορούν κρίσεις κι επικρίσεις.
Αγαπούν και υπάρχουν. Υπάρχουν κι αγαπούν. Θέλουν φροντίδα κι αυτή δεν είναι πάντα εύκολη. Αλλά είναι αθώες υπάρξεις που μπορείς να τις κάνεις εύκολα ευτυχισμένες.
Σαν κι αυτό το γειτονόπουλο που κάθε απόγευμα βολτάρει με το σκυλάκι του κι ακούει τη μουσική του.
Και χαμογελά. Χαμογελά πλατιά.
Δεν ξέρω τι σκέφτεται και χαμογελά. Ίσως τίποτα. Ίσως να είναι αυτή η απλή βόλτα παρέα με τον τετράποδο φίλο του που του δίνει τόση χαρά.
Τον χαίρομαι.
Ένας κόμπος μου έρχεται στο λαιμό κάθε φορά, δε θα το κρύψω. Μια βαθιά συγκίνηση και μαζί και μια περηφάνεια.
Αν δε φοβόμουν μην τον τρομάξω θα τον σταματούσα να ρωτήσω το όνομά του, να τον χαιρετήσω. Ίσως και να ήθελα να τον πάρω μια σφιχτή αγκαλιά.
Αλλά δεν το έχω κάνει ποτέ. Ίσως για να μη διαταράξω την ισορροπία του. Ίσως για να μη “μολύνω” άθελά μου τον κόσμο που τόσο όμορφα έπλασε το μυαλό του.
Τον σέβομαι και δεν τον ενοχλώ. Και σκέφτομαι πως πάνω από όλα, πάνω κι από την αγάπη, αυτά τα μεγάλα παιδιά με την καθάρια ψυχή, χρειάζονται σεβασμό.
Σεβασμό για να ζουν όπως τους πρέπει: με χαρούμενο βλέμμα, πλατιά χαμόγελα και γαληνεμένη καρδιά.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...