Δεν πίστευα ποτέ ότι αξίζω τόση ευτυχία…


Γι᾽ αυτό σ᾽ άφησα να φύγεις.

Ένα αγρίμι ήμουν όταν με γνώρισες. Δεν αγγιζόμουν από πουθενά. Ο μεγάλος μου έρωτας είχε τιναχτεί στον αέρα μετά από χρόνια αγώνα και επένδυσης και οι έρωτες που ακολούθησαν ήταν ο ένας πιο άκυρος από τον άλλον.

Το ᾽χα πάρει απόφαση. Είχα τελειώσει με τον έρωτα. Για πάντα.

Σε θυμάμαι να με κοιτάς από την άλλη άκρη του τραπεζιού της κοινής μας παρέας. Σε κοίταξα κι εγώ ερωτηματικά.

«Τι θες;» σαν να σε ρώτησα με τα μάτια. Λίγη ώρα μετά, ήρθες και μου ζήτησες να χορέψουμε. Σ᾽ ένα μαγαζί που δε χόρευε κανείς. Κέντρισες την προσοχή μου. Όσο δηλαδή μπορούσε κάποιος να κεντρίσει την προσοχή μου τότε. Μ᾽ έσφιξες στην αγκαλιά σου.

Θυμάμαι ακόμα το άρωμα που φορούσες. Σου ταίριαζε απόλυτα. Ερωτικό, σέξι, αρρενωπό. Όπως κι εσύ.

Χορεύαμε όλο το βράδυ, μόνοι μας σ ένα μαγαζί που μας κοίταζε. Μας θαύμαζε; Μας κορόιδευε; Μπορεί και τα δύο. Δε μου πες κουβέντα. Ούτε κι εγώ. Προς το τέλος της βραδιάς, αγκάλιασες το πρόσωπό μου με τις παλάμες σου, με κοίταξες στα μάτια και με φίλησες.

Ωραίο φιλί. Βαθύ. Ερωτικό.

Αμέσως μετά με κοίταξες και μου χαμογέλασες. Σε κοίταξα κι εγώ.

«Δεν κάνω σχέσεις. Θέλω να το ξέρεις» σου είπα.

Στο βλέμμα σου πέρασε ένα αμυδρό ίχνος έκπληξης. Μα, πάλι, ίσως να το φαντάστηκα.

«Ούτε κι εγώ», απάντησες.

Μου ζήτησες το τηλέφωνό μου και δίστασα για μια στιγμή. Παρ᾽ όλα αυτά, σου έδωσα την κάρτα μου.Κι όταν πια είχα φτάσει στο πρώτο φανάρι, συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα ούτε τ᾽ όνομά σου.

Σε είχα ήδη ξεχάσει όταν δύο μέρες μετά με πήρες τηλέφωνο.

«Είμαι ο ενοχλητικός τύπος που σε μονοπώλησε το Σάββατο στου Ψυρρή. Αν θες να μάθεις το όνομά μου, έλα το βράδυ στο ίδιο μέρος. Μόνη σου». Είπες και το έκλεισες.

Εκείνο το βράδυ έμαθα τ᾽ όνομά σου. Έμαθα κι άλλα πράγματα για σένα. Ότι αγαπάς τη μουσική. Ότι κάνεις μεγάλα ταξίδια με τη μηχανή σου. Ότι από τη βεράντα σου βλέπεις τη θάλασσα. Ότι το άγγιγμά σου είναι απίστευτα ερωτικό. Ότι το σεξ μαζί σου είναι μια εμπειρία συγκλονιστική.

Έφυγα από το σπίτι σου πριν ξυπνήσεις. Δεν ήθελα πρωινές αγκαλιές, καφέ και κρουασάν στη βεράντα ή ό,τι άλλο κάνουν τα ζευγάρια. Στο χα πει, δεν ήθελα σχέσεις.

Όταν με πήρες τηλέφωνο, δε σου απάντησα.

Μόνο σου έστειλα μήνυμα «Ήσουν απίστευτος, θα τα ξαναπούμε κάποια στιγμή».

Πράγματι, τα ξανάπαμε. Πολλές φορές. Με τον ίδιο τρόπο. Για έξι μήνες, η σχέση μας ήταν αυτή. Μ᾽ έπαιρνες τηλέφωνο, βγαίναμε για φαγητό, για ποτό, για χορό και μετά κάναμε έρωτα όλη νύχτα. Γελούσαμε συνέχεια, σαν να ᾽μασταν δυο παιδιά χαμένα στο παιχνίδι τους.

Είχαμε πει τα πάντα ο ένας στον άλλον. Σε κείνο το κρεβάτι, στο σπίτι σου, μου είπες τα πιο μύχια μυστικά σου. Όπως κι εγώ. Χωρίς να με νοιάζει τι θα σκεφτείς. Μαζί σου ήμουν ο εαυτός μου. Μα πάντα έφευγα το πρωί πριν ξυπνήσεις.

Υπήρχαν φορές που το έσκαγες από τη δουλειά, μ᾽ έπαιρνες σαν το σκανταλιάρικο παιδί για καφέ στη θάλασσα κι ύστερα καταλήγαμε στο σπίτι σου για παθιασμένο σεξ. Πόσο απολάμβανα αυτές τις εκπλήξεις.

Ένα βράδυ με πήρες να βγούμε. Είχα κάνει μια επέμβαση και δεν ήμουν πολύ καλά. Αναστατώθηκες κι ας μην ήταν κάτι σοβαρό.

Ήρθες αμέσως και με κοίμισες στην αγκαλιά σου ως το πρωί, χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά όλη νύχτα. Ήταν το πρώτο πρωί που ξύπνησα μαζί σου. Ήμουν άβαφτη, πρησμένη από την επέμβαση και ταλαιπωρημένη μα με κοίταζες λες κι ήμουν θησαυρός.

Τότε κατάλαβα ότι με ερωτεύεσαι και ότι ίσως είχα αρχίσει να σ ερωτεύομαι κι εγώ. Έπρεπε να σταματήσω.

Δεν απάντησα σε κανένα κάλεσμά σου για καιρό. Ήθελα να βάλω τον χρόνο ανάμεσά μας. Γνώρισα κάποιον άλλο και άρχισα να βγαίνω μαζί του.
Και τότε συνέβη το αναπάντεχο: βρεθήκαμε τυχαία στον γκισέ των εισιτηρίων έξω από ένα θέατρο. Εσύ με τον κολλητό σου κι εγώ με τον καινούργιο.

Με τράβηξες παράμερα.

«Το ξέρεις ότι σ αγαπώ. Μα δε θα σε ξαναπάρω. Νόμιζα ότι θες, όμως εσύ το εννοούσες…» μουρμούρισες κι απομακρύνθηκες. Κάτι πόνεσε μέσα μου.

Για μια στιγμή σκέφτηκα να σε σταματήσω, αλλά τότε όρμησαν όλες οι μνήμες από τους αποτυχημένους μου έρωτες και με σταμάτησαν.

Δε θ’ άντεχα να σε χάσω. Γι᾽ αυτό προτίμησα να σε χάσω. Ήταν όσο παράλογο ακούγεται, μα στο μυαλό μου έμοιαζε απόλυτα σωστό.

Γι᾽ αυτό σ᾽ άφησα να φύγεις.

Με ξαναπήρες λίγους μήνες μετά, τέλος Φλεβάρη, στα γενέθλιά σου. Ήξερες ότι εγώ δε θα σου τηλεφωνούσα και όπως πάντα, έκανες την έκπληξη.

«Αύριο θα περάσω να σε πάρω. Φτιάξε βαλίτσα για τρεις μέρες, κανόνισε το πρόγραμμά σου. Δε δέχομαι όχι. Στις οκτώμισι το πρωί θα είμαι κάτω από το σπίτι σου».

Πριν προλάβω να σου πω ότι δεν προλαβαίνω να κανονίσω, το είχες κλείσει.

Ήταν το πιο μαγικό τριήμερο.

Ένα μήνα μετά, διαπίστωσα ότι ήμουν έγκυος. Το πάθος σ᾽ εκείνο το ταξίδι ήταν τόσο δυνατό που δεν είχαμε προσέξει καθόλου.

Ήρθα στο σπίτι σου, χτύπησα το κουδούνι και μόλις με είδες κατάλαβες ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Είδα την αγωνία στα μάτια σου. Σου έδωσα το τεστ και το κοίταξες σα να έβλεπες παζλ.

«Τι δεν καταλαβαίνεις; Είμαι έγκυος» ψιθύρισα.

Με πλησίασες, αγκάλιασες το πρόσωπό μου με τις παλάμες σου, με κοίταξες στα μάτια όπως εκείνο το πρώτο βράδυ και μου είπες:

«Δεν πίστευα ποτέ ότι αξίζω τόση ευτυχία…»

Γράφει η Χαρά Ντάτση
ilov

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...