Άργησες. Κι όταν εσύ ερχόσουν, εγώ πήγαινα


Άργησες. Μα για το Θεό, δεν πειράζει…

Άργησες
Άργησες. Κι όταν εσύ ερχόσουν, εγώ πήγαινα.
Κι όταν εγώ πήγαινα, εσύ ερχόσουν.
Κι ήταν η ζωή μας δύο παράλληλοι κύκλοι,
μα ενίοτε εφαπτόμενοι.
Άργησες να φέρεις την Άνοιξη
και εγώ περίμενα μέσα στο κρύο,
ανήμπορη να αλλάξω τη βροχή..
Σκέπαζα το μέσα μου μ’ ένα σκονισμένο λινό
που κάποτε είχες ξεχάσει στην κάμαρά μου.
Άργησες. Κι αυτό δεν ήταν αρκετό να με ζεστάνει.
Άργησες. Κι έτσι περνούσαν οι χειμώνες…
Το κρύο μεγάλωνε, οι ελπίδες ξεθώριαζαν…
Άργησες. Κι εγώ μικρή και ανάστατη σε γύρευα …
Άργησες. Κι εγώ σε γύρευα μέσα στο χιόνι!
Έθαβα το παγωμένο μου κορμί μέσα του
μήπως και σε βρω κάπου εκεί χάμω!
Ξέρεις εγώ, ακόμα και σε παγωμένα νερά κολύμπησα!
Κολύμπησα βαθιά, αψηφώντας κάθε κίνδυνο
μήπως τάχα και σε βρω κάπου μέσα παγωμένο!
Άργησες! Κι εγώ γέρασα…
Με γέρασε το κρύο και η σκοτεινιά …
Άργησες! Κι ο χειμώνας έκλεισε τα βλέφαρά μου.
Και πήγα στο Θεό…
Άργησες. Μα για το Θεό, δεν πειράζει…
Δε νιώθω πια το χειμώνα…
Πάντα θα σ'αγαπώ…

Της Άννας Χατζηβασιλείου
anapnoes

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...