Οι γιορτές πέρασαν, τα παραμύθια ξεχάστηκαν. Τα χιόνια έλιωσαν


Η μέρα περνάει και σβήνει στο μοιραίο της τέλος.

Χιονίζει! Τα χιόνια ξαφνικά σκεπάζουν τη μικρή μου πόλη. Και όλα ξαφνικά γίνονται όπως το χιόνι- λευκά, παγωμένα, εκτυφλωτικά. Λευκά χιόνια στην καρδιά μου, ηχούν παλιές μελωδίες κάποιων παραμυθένιων πολιτειών που σκεπάζονται από χιόνι. Όπου τα παιδιά τρέχουν ανέμελα στο χιόνι, παίζουν χιονοπόλεμο, αναζητούν καρότα και σκουπόξυλα να φτιάξουν χιονάνθρωπο. Το κρύο τσουχτερό, όμως τα παιδιά γελάνε, δεν κρυώνουν, έχουν και όλα τα υλικά στο ζεστό τους σπιτικό για να φτιάξουν ένα χιονάνθρωπο.

Χιονίζει. Τα πάντα γύρω δείχνουν να φορούν κάτασπρες κεντημένες πιτσιλιές, που σκεπάζουν απαλά την κάθε τους ατέλεια.

Σαν να παγώνουν εκείνη τη στιγμή όλα τα άσχημα, όπως και στις γιορτές, που ξαφνικά ό,τι μας απασχολεί δίνει τη θέση του σε μία υπέρμετρη ματαιοδοξία υπερκατανάλωσης, αλλά και σε μία υπέρμετρη ταυτόχρονα ελπίδα για χαρά, αγάπη, γέλια. Και όλα τα υπόλοιπα, τα άσχημα, μένουν πίσω, πίσω από τις χρυσές παροπίδες, ουρλιάζουν την ύπαρξή τους μα το βλέμμα είναι στραμμένο αλλού.

Χιονίζει. Και ξαφνικά στη μικρή μου πόλη γίνεται καταιγισμός ενημερώσεων, σχεδόν ίσες σε αντιστοιχία με εκείνες που μας ενημερώνουν καθημερινά για τον πόλεμο δίπλα μας, τους ανθρώπους που μάχονται να βρουν μία θέση στη χώρα μας, εκείνους που δεν ξέρουν τη λέξη «σπίτι».

Και πάλι πίσω σε εκείνη την παραμυθένια εικόνα της χιονισμένης πολιτείας με τα ολόλευκα σπιτάκια και τα γέλια που πέφτοντας πάνω στο χιόνι, αντανακλούν μία ζεστή ηχώ στο σύμπαν. Σχεδόν ακούω τα γέλια, σχεδόν μυρίζω το σπιτικό φαγητό που τα περιμένει, σχεδόν αγγίζω το χιόνι. Ανοίγω τα μάτια μου και αντικρύζω το ολόλευκο μπαλκόνι μου, νιώθοντας κι εγώ για λίγο σαν κοριτσάκι που ανακαλύπτει χαμένους θησαυρούς. Ένα χαμόγελο παιδικό ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου και αρχίζω να φωτογραφίζω νοητά και πραγματικά τους κόκκους χιονιού πάνω σε ένα γυμνό δέντρο που τώρα φαντάζει σαν έργο τέχνης.

Η συνείδησή μου, το ήθος μου και η προσωπική μου ταυτότητα, δε με αφήνουν να χαρώ όσο θέλω αυτή την πρωτόγνωρη για μένα εικόνα. Σαν να νιώθω ενοχές που το απολαμβάνω ή μάλλον που μπορώ να το απολαύσω.

Έχουν περάσει ήδη δύο μέρες από το λευκό μανδύα που για λίγο φόρεσε η πόλη μου. Περιμένω να πάρω το λεωφορείο για να πάω σπίτι. Τα χιόνια έχουν λιώσει, η παιδική  χροιά έδωσε τη σκυτάλη πίσω στην ενήλικη μορφή μου, ο καιρός δεν είναι πια τόσο κρύος. Περιμένω σχεδόν ένα μισάωρο και ενώ είμαι καλά ντυμένη, κρυώνω αρκετά. Αναλογίζομαι ξανά τους ανθρώπους που υποφέρουν δίπλα μου και θλίβομαι. Τι θα μπορούσα εγώ προσωπικά να κάνω; Πάντα μου άρεσε να δίνω και να φροντίζω ανθρώπους και ζωάκια. Και το κάνω με ποικίλους τρόπους. Όμως κάτι μέσα μου δε με καθησυχάζει. Έρχονται σιγά σιγά οι ενοχές ξανά. Οι σκέψεις μου έρχονται να συμπληρωθούν με εκείνο τον κύριο έξω από τον φούρνο, στη στάση που ήδη περιμένω. Φαίνεται κουρασμένος, φοράει ένα σκούφο και περιμένει λίγα χρήματα από τους περαστικούς. Ξαφνικά θυμάμαι εκείνο το τηλέφωνο που σε παροτρύνουν να καλέσεις ώστε να βοηθήσουν τους ανθρώπους χωρίς στέγη. Κοιτάζω τον άνθρωπο, με έναν ανατριχιαστικό φόβο μην συναντηθούν τα βλέμματά μας και διακρίνει την ενοχή, τη λύπη και το θυμό που αισθάνομαι απέναντι στην κοινωνία, απέναντι σε μένα. Δεν καλώ. Το λεωφορείο μου έρχεται και δεν έχω και μπαταρία. Εξάλλου κάπου άκουσα κιόλας ότι και να πάρεις τηλέφωνο δεν ανταποκρίνονται. Πόσο βολικές δικαιολογίες! Φτάνω σπίτι μα η σκέψη μου είναι σε εκείνο τον κύριο και στην αηδία που νιώθω με τον εαυτό μου. Καλώ αμέσως αναφέροντας το ακριβές σημείο και τον κύριο που βρίσκεται εκεί.  Μία ευγενική κυρία με ρωτάει λεπτομέρειες και μου εξηγεί πως είναι ενήμεροι στο δήμο για τον κύριο και πως πολλές φορές οι ίδιοι δεν είναι πρόθυμοι να μετακινηθούν.

Κλείνω  το τηλέφωνο, και ταυτόχρονα κλείνω και λίγο το παραθυράκι των ενοχών μου. Και τώρα; Εντάξει με τη συνείδησή μου; Τώρα τι, είναι όλα καλά; Μπορεί. Μετανιώνω όμως που δεν πήρα στον άνθρωπο αυτό κάτι να φάει. Ναι, θα μου πεις, ούτε λύση είναι αυτό, ούτε θα πρέπει να είμαι υπόλογη που έχω ένα ζεστό σπίτι να με περιμένει, όμως η ενσυναίσθησή μου και η συνείδησή μου μου λένε πως έστω και μία στιγμή χαράς να μπορώ να δώσω σε κάποιον, να το κάνω. Όχι για να καθαρίσω τις τύψεις μου και να έχω καθαρή ψευδώς τη συνείδησή μου, αλλά γιατί αυτή η στιγμή που θα επιλέξω να στερηθώ για να τη δώσω σε κάποιον ανιδιοτελώς (που μπορεί να στερηθώ), θα μου δώσει πίσω ελπίδα, ζεστασιά, «αγκαλιά» του ανθρώπου που βοήθησα.

Την επόμενη μέρα ο κύριος δεν ήταν εκεί. Ελπίζω να είναι κάπου καλύτερα.

Δε θέλω να νιώθω τύψεις που μπορώ να κοιτάω με ευγνωμοσύνη το χιόνι να πέφτει πίσω από το παράθυρό μου. Δε θέλω να θλίβομαι που μπορώ να χαρώ πίσω από το ασφαλές μου παράθυρο. Δε θέλω να χάσω την παιδική μου αυθόρμητη έκρηξη μαγείας όταν το χιόνι, ο ήλιος, η θάλασσα, τα λουλούδια, αποτελούν μέρος από το παζλ του παραμυθιού μου. Θέλω όμως εσύ που είσαι εκεί έξω… Πίσω από το δικό μου παράθυρο, στο κρύο, στη ζέστη, στον πόλεμο, στο δάκρυ… Να μπορέσεις, να μπορέσουμε, έστω για λίγο, έστω πλέκοντας στιγμή στιγμή, να δεις τον κόσμο μέσα από ένα παράθυρο.

Οι γιορτές πέρασαν, τα παραμύθια ξεχάστηκαν. Τα χιόνια έλιωσαν.

Σε κάποιον κόσμο είναι καλοκαίρι και η θάλασσα φαντάζει παιχνίδι. Σε κάποιον άλλο κόσμο, από την άλλη μεριά του παραθύρου, η θάλασσα είναι αρπακτικό και ο χειμώνας κολάζει.

Κόσμος γεννιέται και κόσμος πεθαίνει. Παιδιά γελούν και παιδιά ματώνουν.

Τα φώτα έσβησαν. Η πόλη ξύπνησε. Ή κοιμήθηκε- ανάλογα τη μεριά που θα το δει ο καθένας.

Οι πόλεμοι συνεχίζουν. Τα παιδιά ακόμη κλαίνε. Ο πλανήτης θρηνεί.

Οι έρωτες ακόμη πονάνε, οι αγκαλιές ακόμη έχουν αγκάθια.

Εμείς, εγώ, θυμόμαστε και την ίδια στιγμή ξεχνάμε. Η μέρα περνάει και σβήνει στο μοιραίο της τέλος.

Η ειρήνη χαροπαλεύει και ο πόλεμος από βρέφος διαμορφώνει σιγά σιγά την προσωπικότητά του. Την ίδια στιγμή, την ίδια μέρα.

Αυτή τη χρονιά, εύχομαι αυτό το παράθυρο, το όποιο παράθυρο είναι για τον καθένα εμπόδιο σε έναν άλλο κόσμο, να μετατραπεί σε παράθυρο σε ένα διαφορετικό ουρανό… Ένα παράθυρο με λίγο περισσότερο φως, λίγη ζεστασιά, λίγο χρώμα.

Ένα παράθυρο στο οποίο να μπορέσω, να μπορέσουμε, να συνεισφέρουμε ζωγραφίζοντας ο καθένας χρώματα με τις σταγόνες που έχει.

Της Μαρίας Κουσαντάκη
anapnoes

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...