Μη ρωτάς πού πάω αν δε σκοπεύεις να έρθεις μαζί


Αν όχι, άσε με να φύγω και μη ρωτάς.

Θα φύγω, λέω.
Κι εσύ απομένεις να με κοιτάς.
Μια στιγμή διασταυρώνονται τα βλέμματά μας. Δεν κλαίω κι ίσως αυτό είναι που σε τρομάζει περισσότερο.
Εγώ πάντα κλαίω. Κλαίω σε λύπες, σε χαρές, απογοητεύσεις. Κλαίω ακόμη και σε χαζές ταινίες.
Αφήνω τα δάκρυα να βγουν λυτρωτικά από μέσα μου. Κι έτσι αποφορτίζω τις στιγμές.
Όχι όμως τώρα. Τα μάτια μένουν πεισματικά στεγνά και η πλάτη μου γυρίζει αποφασιστικά.
Αυτό που είχαμε, αν είχαμε ποτέ και δεν ήταν απλά της φαντασίας μου, αν δεν ήταν της ανάγκης μου για συντροφικότητα, δεν υπάρχει πια. Μήτε ψευδαισθήσεις χωρούν πια, μήτε ψέματα.
Απλά δεν κάναμε χωριό. Εγώ το δικό μου, εσύ το δικό σου, αλλά δεν ανταμώσαμε ποτέ.
Λένε πως οι μεγαλύτερες λύπες είναι βουβές. Πονώ κι εγώ στα βουβά.
Δίχως δάκρυ, δίχως κούφιους λυγμούς. Είμαι παγωμένη, χτυπούν τα μηνίγγια μου και ξέρω ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε ακούσω να με ρωτάς.
Θα ξεπεράσεις το πρώτο σοκ της αδάκρυτης φυγής μου και θα ρωτήσεις πού πάω.
Θα θωρακιστείς πίσω από την κλασική άμυνα του “υπερβάλλεις” και θα απαιτήσεις να μάθεις πού πάω. Και φυσικά θα θελήσεις να με κρατήσεις εκεί. Στα σίγουρά σου. Στα βαλτωμένα μου.
Παράπονο το έχω.
Παντού και πάντα στα καινούργια μόνη μου. Εσύ δεν ακολούθησες ποτέ.
Μόνο με κοίταζες απορημένος και σκεφτόσουν πιθανότατα “που πάει τώρα η τρελή;”
Κι ίσως και να είμαι τρελή. Γιατί το ανελέητο χτυποκάρδι το κυνήγησα όσο κανείς.
Το ρίσκαρα, το λάτρεψα, το υιοθέτησα.
Και τους παλμούς της δικής σου καρδιάς, τους ήπιους, τους δειλιασμένους, δεν τους κατάλαβα ποτέ.
Το ξέρεις ότι έχουμε τελειώσει από καιρό. Κι όμως, η ανάγκη της σιγουριάς δε σε αφήνει να με αφήσεις.
Θα ρωτήσεις πού πάω και θα κοιτάξεις να με κρατήσεις. Πολύς ο χρόνος που ξόδεψες για πάρτη μου για να με αφήσεις να φύγω τόσο εύκολα. Δύσκολο πράγμα να ξεκινάς την αναζήτηση του έρωτα πάλι από το μηδέν.
Μα κι εμείς είμαστε στο μηδέν καρδιά μου, άσχετα που δεν το παραδέχεσαι.
Γι’αυτό και θα φύγω. Δε θα πω ότι δε σ’αγαπώ. Δε θα πω ότι δεν ελπίζω.
Θα ήθελα μια φορά, μια γαμημένη, τελευταία, σωτήρια φορά να μη ρωτήσεις πού πάω.
Να μου κρατήσεις το χέρι και να μου πεις “πάμε”.
Η γυρισμένη πλάτη μου περιμένει να αφουγκραστεί την ανάσα σου. Περιμένει να νιώσει ότι πλησιάζεις.
Δε θέλω να σε ακούσω. Θέλω απλά να σε νιώσω δίπλα μου.
Και να περπατήσουμε μαζί. Στο άγνωστο, στο αβέβαιο, στο μετέωρο.
Τολμάς; Αν ναι πάμε.
Αν όχι, άσε με να φύγω και μη ρωτάς.
Δεν ξέρω άλλωστε να σου απαντήσω με σιγουριά.
Βλέπεις τη σιγουριά, σε αντίθεση με σένα, δεν την αγάπησα ποτέ.

Στεύη Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...