Τη ζωή δεν πρέπει να την αφήνεις ποτέ να σε περιμένει


Θα μου πεις όλοι αυτό δε λένε;

Το σπίτι ήταν άδειο. Μόνο μια ανάσα μαρτυρούσε ανθρώπινη παρουσία, η δική της. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά κι ο αέρας έμπαινε στα πνευμόνια της λίγο πιο γρήγορα από το συνηθισμένο.
Ήταν μόνη.
Οι τέσσερις τοίχοι, αδειανοί από το ο,τιδήποτε, την αγκάλιαζαν. Της ψιθύριζαν στο αυτί, τη συμβούλευαν, την προκαλούσαν.
Δίπλα της, κοντά στην εξώπορτα όπου στεκόταν, η βαλίτσα της. Την περίμενε…
Έπιασε αποφασιστικά το χερούλι, μόρφασε στιγμαία από το βάρος κι έκανε ένα βήμα.
Κι ύστερα κι άλλο…
Καινούργιο σπίτι. Δεν είχε τα χρώματα και τα αρώματά της. Δεν είχαν μνήμες αυτοί οι τοίχοι, αλλά σύντομα θα αποκτούσαν.
Το περίμενε πως και πως. Ήδη είχε σκεφτεί πώς θα το διακοσμήσει. Ήξερε πού θα πάει το κάθε τι χωρίς καν να το έχει αγοράσει ακόμη.
Στη βαλίτσα κουβαλούσε μόνο τα απαραίτητα. Μπαγκάζι κι αυτό αλλά όχι από εκείνα που τα νιώθει κανείς βαριά στην πλάτη. Κουβαλούσε μια βαλίτσα όνειρα κι ελπίδες για ένα όμορφο αύριο. Το δικαιούταν άλλωστε.
Θα μου πεις όλοι αυτό δε λένε;
Δικαιούμαι αυτό, δικαιούμαι το άλλο. Και καλά κάνουν.
Αν δεν πιστέψεις εσύ ο ίδιος στις προσδοκίες σου, δε θα το κάνει κανείς.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της την προηγούμενή της ζωή. Μόνη πλέον θα πάλευε γι’αυτό που ήθελε να γίνει: ένας ανεξάρτητος άνθρωπος.
Ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος.
Στ’αυτιά της ακόμη οι νουθεσίες της μάνας και οι ανήσυχες συμβουλές του πατέρα. Ανησυχούσαν για τη μονάκριβή τους.
Σκέφτηκε μια στιγμή αν τη φόβιζε η απομάκρυνση από την πατρική εστία. Πάντα περίμενε την ανεξαρτητοποίηση και τώρα ήρθε. Μπορούσε να τη διαχειριστεί;
“Θαρθουν δύσκολες μέρες” ψιθύρισε η γνωστή φωνούλα μες το κεφάλι της.
“Ε τι κι αν έρθουν” απάντησε εκείνη δυνατά λες και είχε συνομιλητή απέναντί της, λες και δε μιλούσε μόνη της.
“Όπως θα έρθουν έτσι και θα φύγουν. Έτσι θα τις προσπεράσω. Τα πάντα μπορώ αρκεί να το θέλω”.
Χαμογέλασε μια στιγμή πλατιά και λιγάκι πονηρά. Ακούμπησε κάτω τη βαλίτσα και την άνοιξε.
Είχε έρθει η ώρα αυτό το σπίτι να πάρει ζωή από τη ζωή της.
Δεν ήθελε να το καθυστερεί άλλο.
Ήταν η ώρα που το σπίτι θα έπαιρνε ζωή από τη ζωή της.
Εκείνη τη νέα της ζωή που ήταν εκεί και την περίμενε.
Όχι δεν ήθελε κι ούτε έπρεπε να καθυστερήσει άλλο.
Άλλωστε τη ζωή δεν πρέπει να την κάνεις για κανένα λόγο να σε περιμένει.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...