Εκείνοι οι ξοδεμένοι άνθρωποι με τη χαραμισμένη ζωή


Μόνο που εσύ δε θέλησες ποτέ να ανήκεις σε αυτούς.

Χαραμίστηκες, παραδέξου το.
Ξοδεύτηκες σε έρωτες που δεν έκαναν την καρδιά σου να τρέμει, μόνο και μόνο από το φόβο της μοναξιάς.
Κράτησες για τον ίδιο λόγο κοντά σου ανθρώπους που δεν άξιζαν, δεν πόνεσαν για σένα, δε σε νοιάστηκαν πραγματικά.
Μόνο και μόνο για να λες πως δεν είσαι μόνος.
Αναλώθηκες σε δουλειές που δε σου έλεγαν τίποτα, οδηγήθηκες σε επιλογές που σε άφηναν παγερά αδιάφορο.
Κι όλα αυτά γιατί;
Από φόβο, μάτια μου.
Γιατί έτρεμες τα ρίσκα που έπρεπε να πάρεις.
Έτρεμες εκείνες τις αποφάσεις που δεν ήξερες από πριν την κατάληξή τους.
Και κάπως έτσι παρέμεινες στα σίγουρα, στα άκαπνα, τα ασήμαντα.
Ξόδεψες τη ζωή σου σε πρέπει ασήμαντων ανθρώπων και κατάφερες να γίνεις κι εσύ, ο γεννημένος για τα αλλιώτικα, ένας από αυτούς.
Ένας ασήμαντος με μια μουντή και μίζερη ζωή, απόλυτα τακτοποιημένη κι εντελώς χαραμισμένη.
Φοβήθηκες τα στόματά τους. Φοβήθηκες τους ψιθύρους αποδοκιμασίας τους. Δεν την άντεχες την άρνησή τους κι έτσι επέλεξες τα πρέπει τους.
Τα έκανες πρέπει σου και κλείδωσες στην πιο ανήλιαγη γωνιά της ύπαρξής σου, τα θέλω. Εκείνα τα θέλω που έκαμαν τα πόδια σου να τρέμουν από ταραχή, την καρδιά σου να χτυπά ανελέητα. Τα αρνήθηκες όλα κι έγινες δικός τους. Και κάπου εκεί, ξέχασες πως πάνω και πέρα από όλα, έπρεπε να ήσουν δικός σου.
Τώρα μετράς τα χρόνια που πέρασαν και μνημονεύεις όσα δεν έκανες. Και θέλεις να ξεχάσεις όσα έγιναν δικά σου γιατί στην ουσία δεν τα θέλησες ποτέ. Προσποιήθηκες ότι τα ζήτησες, τα απέκτησες και τώρα δεν ξέρεις τι να τα κάνεις. Εσύ θέλησες μόνο εκείνα που πάντα σου φοβήθηκες να κυνηγήσεις. Χαζέ άνθρωπε, δειλέ άνθρωπε, ξοδεμένε άνθρωπε.
Πέρασε η ζωή κι έπρεπε εκεί, στα περασμένα της, να καταλάβεις την αλήθεια της. Κατάλαβες τότε πως κανείς και ποτέ δε θα ζήσει τη ζωή σου. Μόνο εσύ. Και πρέπει να τη στήσεις, να τη σκηνοθετήσεις, να την παίξεις όπως γουστάρεις. Γιατί είναι δική σου και την ορίζεις. Οι άλλοι έχουν τις δικές τους ζωές να ρυθμίσουν. Κι αν θέλουν να ανοίξουν το στόμα τους, ας το κάνουν. Γιατί να τους ακούσεις; Γιατί να παίξεις το μίζερο μιμητικό παιχνίδι τους;
Να παλεύεις για τη ζωή σου πρέπει. Για εκείνα τα θέλω που ονομάτισες δικά σου. Για να έχεις να θυμάσαι όταν θα έρθει η ώρα σου να θυμάσαι. Για να λες ότι έζησες όπως γούσταρες κι όχι όπως σου υπαγόρευσαν. Για να λες πως είχες κοντά σου ανθρώπους αληθινούς, ανθρώπους που σε θέλησαν γι’αυτό που αληθινά ήσουν.
Ένας άνθρωπος με τσαγανό. Με δύναμη και θέληση για ζωή με τους δικούς του όρους. Τους αβόλευτους, τους αντισυμβατικούς.
Γεμίσαμε ανθρώπους δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν παρά να αποδεχτούν την απέραντα χαραμισμένη ζωή τους.
Μόνο που εσύ δε θέλησες ποτέ να ανήκεις σε αυτούς. Γιατί το έκανες;
Και τώρα;
Προλαβαίνεις να αλλάξεις τώρα;
Θα είναι το φινάλε δικό σου ή θα τους το χαρίσεις κι αυτό;
Θα ζήσεις;

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...