«Φραπέ. Μέτριο, παρακαλώ.»


Τελικά αποφάνθηκα...

Σε εκείνο το καταπράσινο άλσος, καθέτως της κεντρικής οδού, οι σκέψεις σε επισκέπτονται κάπως μοιραία. Τρυπώνουν μέσα στο ποτήρι του νερού, έρχονται και κατακάθονται επάνω σου έτσι αυθάδεις και βλοσυρές κι ούτε στάλα δεν τις νοιάζει για τα νιάτα σου. Σφίγγουν το λάρυγγα σα να 'χουν τα χέρια του φονιά και φράζουν την αναπνοή κι εσύ όλο ξεροβήχεις κι είναι τάχα τα σέρτικα που άλλο δε μπορείς.

Εκεί, στο μικρό καφέ που πάντοτε ήθελες ώρα για να παραγγείλεις, με τα χειροποίητα καρεκλάκια και τα λιλιπούτια βίντατζ καδράκια ολούθε, ήταν μάταιο να τα βάλεις με το νου. Πλάι στους θρασείς κισσούς και κάτω από τα κουρασμένα σύννεφα που χάριζαν δειλά τα πρωτεία τους σ' έναν κατάκοπο ήλιο, εκείνος έβρισκε πάντα προσοδοφόρο έδαφος και άξιους συμμάχους να σου θυμίσει όσα ακόμα δεν κατάφερες να κάνεις.

Εκεί όπου πάντοτε πάλευα να κόψω τη ζάχαρη στον καφέ γιατί πολύ μου πρόσθετε στα πλαϊνά, σε θυμάμαι να καταρρέεις κι η μορφή σου να γίνεται μία με τη σκιά σου πιο πίσω. Κι όλο έλεγες «θα φύγω» κι όλο ξανά τα πόδια δεν υπάκουγαν. Και μόνο καταριόσουν τα νέα, τα παλιά, εκείνα που ήρθαν κι εκείνα που έφυγαν. Εκείνα που είδες κι άλλα που δεν πρόλαβες να αγγίξεις.

Εκεί, νταντεύαμε μαζί τη βαρεμάρα μας μέσα σε εβαπορέ καταστάσεις που άλλο δεν θέλαμε να ζούμε. Κι εγώ μόνο τη φανελίτσα περιμάζευα απ' το πλάι γιατί ήταν Κυριακή πρωί και έκανε κρύο στο παρκάκι. Μονάχα ήθελα εδώ να σε κρατήσω, μα εσύ όλο τα μαλλιά σου έπλεκες και πάλι με μιας τα έλυνες μήπως και μοιάσεις της γοργόνας.

Εκεί βαφτίσαμε από κοινού τις δυστυχίες μας «σινιέ», τις κάναμε δήθεν ευτυχίες και είπαμε πως δεν 'ναι μετριότητα αυτό που τώρα ζούμε. Αφήσαμε δυο τρεις αχτίδες του φωτός μαζί τους να μας πάρουν κι έτσι σιγουρεύτηκα για το χρώμα του σταχιού, αυτό μόνο σου πάει. Και σε θυμάμαι κάποτε με ένα χαμόγελο πλατύ, που όμοιο δεν υπήρχε πού πήγες και το άφησες μωρή ξεμωραμένη;

Έτσι, παραχωμένη πίσω από άνθη θερινά μου θύμησες κάποιον πολύ οικείο. Έναν άνθρωπο που γνώριζα, μα πια μήτε τον βρίσκω. Έναν άνθρωπο που ολόγυρα το κορμί του μάταια γυροφέρνει. Και βάζει ένα πόδι πίσω ένα μπρος, προχωρά μηχανικά μη ξέροντας για πού τώρα βαδίζει. Τον ξέρω καλά, τον βλέπω καθημερινά. Πώς, Θεέ μου, τον άφησες έτσι να καταντήσει;

Μα τι τα θες. Έτσι έγινε η ζωή. Τρόμαξαν, φαίνεται οι άνθρωποι και βύθισαν τα καλοκαίρια σε ατέλειωτους χειμώνες. Τρόμαξαν και θάψαν τα όνειρα σε ξένους εφιάλτες.

Μα κάποτε θαρρώ θα μάθουμε να ζούμε. Έτσι. Ή θα τα αλλάξουμε. Όλα αλλιώς.

Η κοπέλα για την παραγγελία έφτασε στο μονό τραπεζάκι, που πάλευε τώρα κι αυτό να στηρίξει ξεχασμένα όνειρα, ξεμπροστιασμένες ανασφάλειες, δανεικά ρούχα, αναβλητικές ζωές.

Τράβηξα πίσω από τα αυτιά τις φύτρες των μαλλιών κι έβαλα τα χέρια στις τσέπες ξύνοντας νευρικά το ανάγλυφο ποσό επάνω στο κέρμα. Τελικά αποφάνθηκα: «Φραπέ. Μέτριο, παρακαλώ.»

γράφει η Μαριλένα Μπουμπάρη
exostispress

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...