Μια από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες της παλιάς Αθήνας.
Υπάρχουν εγκληματικές υποθέσεις που συγκλονίζουν μια κοινωνία. Υπάρχουν όμως και ιστορίες που δεν περιλαμβάνουν φόνο, αίμα ή μυστήριο, αλλά προκαλούν το ίδιο σοκ. Μία από αυτές εκτυλίχθηκε στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και έκανε ολόκληρη την Ελλάδα να παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις.
Πρόκειται για την υπόθεση της οικογένειας Βογάσαρη, η οποία έζησε για τέσσερα ολόκληρα χρόνια στο ίδιο σπίτι με το ταριχευμένο σώμα της νεαρής κόρης της.
Η ιστορία ξεκινά το 1929. Ο γνωστός δικηγόρος Ιωάννης Βογάσαρης, νομικός σύμβουλος της Λαϊκής Τράπεζας, ζούσε με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους, τον Θανάση και τη Μιμήκα, σε διώροφη κατοικία στην οδό Αριστοτέλους 70, στο κέντρο της Αθήνας.
Η οικογενειακή ευτυχία διαλύθηκε όταν η 16χρονη Μιμήκα πέθανε από αδενοπάθεια. Ο θάνατος του νεαρού κοριτσιού βύθισε την οικογένεια στο πένθος. Οι Βογάσαρηδες αποσύρθηκαν από την κοινωνική ζωή και απέφευγαν να μιλούν για την τραγωδία τους.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1933, ένα νέο χτύπημα ήρθε να συγκλονίσει την οικογένεια. Ο Ιωάννης Βογάσαρης πέθανε ξαφνικά από πνευμονικό οίδημα.
Όταν εκπρόσωποι της Λαϊκής Τράπεζας επισκέφθηκαν το σπίτι για να συζητήσουν τα διαδικαστικά της κηδείας, συνάντησαν μια παράξενη κατάσταση. Ο γιος της οικογένειας αρνήθηκε να αποκαλύψει πού θα ταφεί ο πατέρας του και εξήγησε πως η σορός είχε ταριχευθεί.
Οι υποψίες μεγάλωσαν όταν αποκαλύφθηκε ότι ο οικογενειακός τάφος στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών ήταν άδειος από τη σορό της Μιμήκας, παρότι όλοι πίστευαν ότι είχε ταφεί εκεί.
Η αποκάλυψη που ακολούθησε έμοιαζε βγαλμένη από μυθιστόρημα τρόμου.
Έρευνα και δημοσιεύματα της εποχής αποκάλυψαν ότι η Μιμήκα δεν είχε ταφεί ποτέ. Το σώμα της βρισκόταν ακόμη μέσα στο σπίτι της οικογένειας στην οδό Αριστοτέλους.
Ο πατέρας της είχε αναθέσει την ταρίχευσή της στον καθηγητή Παθολογικής Ανατομίας Μελισσινό. Επισήμως είχε ειπωθεί πως η σορός θα μεταφερόταν στον Πύργο, την ιδιαίτερη πατρίδα της οικογένειας, και για αυτό έπρεπε να διατηρηθεί προσωρινά.
Όμως η «προσωρινή» παραμονή κράτησε τέσσερα χρόνια.
Η νεκρή κοπέλα βρισκόταν στο δωμάτιό της, μέσα σε ειδικό φέρετρο από μαόνι. Το φέρετρο διέθετε κρυστάλλινη πρόσοψη ώστε να φαίνεται το πρόσωπό της και ήταν αεροστεγώς κλεισμένο.
Οι γείτονες θυμούνταν ότι ένας ιερέας επισκεπτόταν συχνά το σπίτι για να τελεί δεήσεις υπέρ αναπαύσεως της ψυχής της νεαρής κοπέλας, χωρίς όμως να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη. Οι εφημερίδες της εποχής αφιέρωναν καθημερινά πρωτοσέλιδα στο θέμα, ενώ ακόμα και οι πολιτικές εξελίξεις πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.
Το πιο παράξενο, ωστόσο, ήταν ότι οι Αρχές διαπίστωσαν πως δεν υπήρχε σαφής νομική διάταξη που να απαγορεύει αυτό που είχε συμβεί.
Ο εισαγγελέας Παπαθανασίου, αφού εξέτασε τη νομοθεσία της εποχής, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη που να καθιστά παράνομη τη διατήρηση μιας ταριχευμένης σορού σε ιδιωτική κατοικία, εφόσον δεν υπήρχε κίνδυνος για τη δημόσια υγεία.
Έτσι, η υπόθεση μεταφέρθηκε ουσιαστικά στο επίπεδο της πειθούς και όχι της δίωξης. Η αστυνομία προσπάθησε να πείσει την οικογένεια να προχωρήσει επιτέλους στην ταφή της Μιμήκας, όμως συνάντησε αντιδράσεις.
Ο γιος της οικογένειας αρνούνταν να παραδεχθεί ακόμη και την ύπαρξη της σορού μέσα στο σπίτι, ενώ παράλληλα υποστήριζε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν η αδελφή του.
Την ίδια στιγμή αποκαλύφθηκε ότι και η σορός του πατέρα είχε ταριχευθεί από κορυφαίους ιατροδικαστές της εποχής, με την οικογένεια να εξηγεί ότι η διαδικασία κρίθηκε απαραίτητη μέχρι να φτάσουν συγγενείς από το εξωτερικό για την κηδεία.
Τελικά, μετά τις πιέσεις της Δικαιοσύνης, της Αστυνομίας αλλά και την τεράστια δημοσιότητα που είχε λάβει η υπόθεση, η οικογένεια υποχώρησε.
Η Μιμήκα μεταφέρθηκε στον οικογενειακό τάφο και τάφηκε δίπλα στον πατέρα της, δίνοντας τέλος σε μια από τις πιο παράξενες και ανατριχιαστικές ιστορίες που γνώρισε ποτέ η αθηναϊκή κοινωνία.
Μια ιστορία που απέδειξε πως ο ανθρώπινος πόνος και η άρνηση της απώλειας μπορούν πολλές φορές να οδηγήσουν σε καταστάσεις που ξεπερνούν κάθε φαντασία.
Πρόκειται για την υπόθεση της οικογένειας Βογάσαρη, η οποία έζησε για τέσσερα ολόκληρα χρόνια στο ίδιο σπίτι με το ταριχευμένο σώμα της νεαρής κόρης της.
Η ιστορία ξεκινά το 1929. Ο γνωστός δικηγόρος Ιωάννης Βογάσαρης, νομικός σύμβουλος της Λαϊκής Τράπεζας, ζούσε με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους, τον Θανάση και τη Μιμήκα, σε διώροφη κατοικία στην οδό Αριστοτέλους 70, στο κέντρο της Αθήνας.
Η οικογενειακή ευτυχία διαλύθηκε όταν η 16χρονη Μιμήκα πέθανε από αδενοπάθεια. Ο θάνατος του νεαρού κοριτσιού βύθισε την οικογένεια στο πένθος. Οι Βογάσαρηδες αποσύρθηκαν από την κοινωνική ζωή και απέφευγαν να μιλούν για την τραγωδία τους.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1933, ένα νέο χτύπημα ήρθε να συγκλονίσει την οικογένεια. Ο Ιωάννης Βογάσαρης πέθανε ξαφνικά από πνευμονικό οίδημα.
Όταν εκπρόσωποι της Λαϊκής Τράπεζας επισκέφθηκαν το σπίτι για να συζητήσουν τα διαδικαστικά της κηδείας, συνάντησαν μια παράξενη κατάσταση. Ο γιος της οικογένειας αρνήθηκε να αποκαλύψει πού θα ταφεί ο πατέρας του και εξήγησε πως η σορός είχε ταριχευθεί.
Οι υποψίες μεγάλωσαν όταν αποκαλύφθηκε ότι ο οικογενειακός τάφος στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών ήταν άδειος από τη σορό της Μιμήκας, παρότι όλοι πίστευαν ότι είχε ταφεί εκεί.
Η αποκάλυψη που ακολούθησε έμοιαζε βγαλμένη από μυθιστόρημα τρόμου.
Έρευνα και δημοσιεύματα της εποχής αποκάλυψαν ότι η Μιμήκα δεν είχε ταφεί ποτέ. Το σώμα της βρισκόταν ακόμη μέσα στο σπίτι της οικογένειας στην οδό Αριστοτέλους.
Ο πατέρας της είχε αναθέσει την ταρίχευσή της στον καθηγητή Παθολογικής Ανατομίας Μελισσινό. Επισήμως είχε ειπωθεί πως η σορός θα μεταφερόταν στον Πύργο, την ιδιαίτερη πατρίδα της οικογένειας, και για αυτό έπρεπε να διατηρηθεί προσωρινά.
Όμως η «προσωρινή» παραμονή κράτησε τέσσερα χρόνια.
Η νεκρή κοπέλα βρισκόταν στο δωμάτιό της, μέσα σε ειδικό φέρετρο από μαόνι. Το φέρετρο διέθετε κρυστάλλινη πρόσοψη ώστε να φαίνεται το πρόσωπό της και ήταν αεροστεγώς κλεισμένο.
Οι γείτονες θυμούνταν ότι ένας ιερέας επισκεπτόταν συχνά το σπίτι για να τελεί δεήσεις υπέρ αναπαύσεως της ψυχής της νεαρής κοπέλας, χωρίς όμως να γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην κοινή γνώμη. Οι εφημερίδες της εποχής αφιέρωναν καθημερινά πρωτοσέλιδα στο θέμα, ενώ ακόμα και οι πολιτικές εξελίξεις πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.
Το πιο παράξενο, ωστόσο, ήταν ότι οι Αρχές διαπίστωσαν πως δεν υπήρχε σαφής νομική διάταξη που να απαγορεύει αυτό που είχε συμβεί.
Ο εισαγγελέας Παπαθανασίου, αφού εξέτασε τη νομοθεσία της εποχής, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη που να καθιστά παράνομη τη διατήρηση μιας ταριχευμένης σορού σε ιδιωτική κατοικία, εφόσον δεν υπήρχε κίνδυνος για τη δημόσια υγεία.
Έτσι, η υπόθεση μεταφέρθηκε ουσιαστικά στο επίπεδο της πειθούς και όχι της δίωξης. Η αστυνομία προσπάθησε να πείσει την οικογένεια να προχωρήσει επιτέλους στην ταφή της Μιμήκας, όμως συνάντησε αντιδράσεις.
Ο γιος της οικογένειας αρνούνταν να παραδεχθεί ακόμη και την ύπαρξη της σορού μέσα στο σπίτι, ενώ παράλληλα υποστήριζε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν η αδελφή του.
Την ίδια στιγμή αποκαλύφθηκε ότι και η σορός του πατέρα είχε ταριχευθεί από κορυφαίους ιατροδικαστές της εποχής, με την οικογένεια να εξηγεί ότι η διαδικασία κρίθηκε απαραίτητη μέχρι να φτάσουν συγγενείς από το εξωτερικό για την κηδεία.
Τελικά, μετά τις πιέσεις της Δικαιοσύνης, της Αστυνομίας αλλά και την τεράστια δημοσιότητα που είχε λάβει η υπόθεση, η οικογένεια υποχώρησε.
Η Μιμήκα μεταφέρθηκε στον οικογενειακό τάφο και τάφηκε δίπλα στον πατέρα της, δίνοντας τέλος σε μια από τις πιο παράξενες και ανατριχιαστικές ιστορίες που γνώρισε ποτέ η αθηναϊκή κοινωνία.
Μια ιστορία που απέδειξε πως ο ανθρώπινος πόνος και η άρνηση της απώλειας μπορούν πολλές φορές να οδηγήσουν σε καταστάσεις που ξεπερνούν κάθε φαντασία.
Γρηγόρης Κεντητός
sportime


Απλά μας ενδιαφέρει να ακούγονται όλες οι απόψεις χωρίς λογοκρισία.
Τα Μπουλούκια
Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από Ελληνικές και ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.