Όταν τα θερινά τα σινεμά μύριζαν αγιόκλημα και γιασεμί

εκείνη η εποχή φαντάζει μακρινή και ξεθωριασμένη...

Το μακρύ ελληνικό καλοκαίρι φημίζεται για πολλά.

Έχει υμνηθεί από ποιητές πεζογράφους, περιηγητές, ταξιδιωτικούς πράκτορες. Εγώ θέλω να μιλήσω για μια λατρεμένη όμως συνήθεια που δεν σταμάτησα ποτέ από παιδί . Το θερινό σινεμά.

Κι όσο κι αν σήμερα έχει εκσυγγρονιστεί με ήχο DOLBY SURROUND, άνετες καρέκλες και τραπεζάκια με βασιλικούς, μπαρ με ποπ κορν πάπρικας και νάτσος με κάθε λογής σως, το μυαλό μου πάντα επιστρέφει στο άλλο, το παλιό της γειτονιάς μου.

Εκείνο που ο ήχος της μπομπίνας που γύριζε συναγωνιζόταν τα λόγια των πρωταγωνιστών. Τότε που οι καρέκλες άφηναν σημάδια στα πόδια από το σκληρό πλαστικό. Όταν το χαλίκι σκόνιζε τα καλά μου παπούτσια, ή μου μάτωνε τα γόνατα στο διάλειμμα καθώς έτρεχα να ψωνίσω από το μπαρ πριν αρχίσει πάλι η προβολή. Πατατάκια σκέτα με μπλε πορτοκαλάδα για μας τα παιδιά και πασατέμπο για τους γονείς μου. Γιατί ο ''κινηματόγραφος'' τότε ήταν οικογενειακή υπόθεση, η μόνη μας διασκέδαση χειμώνα καλοκαίρι, εκτός από τις ταβέρνες, οικογενειακές κι αυτές.

Εκεί μέσα γνώρισα κόσμους μαγικούς.Ταξίδεψα κρεμασμένη από σχοινί σε σχοινί παρέα με τον Ταρζάν, προσπαθώντας να μιμηθώ την κραυγή του. Χόρεψα με πριγκίπισσες σε ινδικά παλάτια, πριν βαπτιστεί Bollywood η τεράστια εκείνη παραγωγή ταινιών. Κρύφτηκα πίσω από το κάθισμα τρομαγμένη όταν ο Γκοτζίλα ποδοπατούσε πόλεις και κατάπινε ανθρώπους. Γέλασα με την ψυχή μου όταν ο Θανάσης Βέγγος άλλαζε δουλειές και πιανόταν κορόιδο από επιτήδειους. Κι αν τα βάσανα του Νίκου Ξανθόπουλου ( το παιδί του λαού και κρυφός πόθος της μάνας μου) με άφηναν αδιάφορη, κι αν οι πιστολιές από τα καουμπόικα που προτιμούσε ο πατέρας μου με φόβιζαν, είχα βρει τη δική μου παρηγοριά που ντρεπόμουν να ομολογήσω μεγαλώνοντας.

Ταυτίστηκα και ονειρεύτηκα με τη χρυσομαλλούσα Αλίκη, την όμορφη, την τσαχπίνα την καταφερτζού, που σε έπειθε ότι και τα άπιαστα πραγματοποιούνται κι οι μεγάλοι έρωτες δικαιώνονται στο τέλος όσα εμπόδια κι αν συναντήσουν.

Σήμερα εκείνη η εποχή φαντάζει μακρινή και ξεθωριασμένη μα εγώ πεισματικά συνεχίζω το ταξίδι μέσα στο λευκό πανί και προσποιούμαι ότι δεν ακούω κόρνες αυτοκινήτων αλλά τριζόνια να σιγοντάρουν τους ήρωές μου. Κι η μυρωδιά που μου τρυπάει τα ρουθούνια δεν είναι βούτυρο ούτε λιωμένο τυρί αλλά αγιόκλημα και γιασεμί.

Ευαγγελία Κουτσομιχάλη
ewoman
Ετικέτα:
To Top