Φανταστικοί μονόλογοι εαυτών κι άλλων ενοίκων

Σε μια πολυκατοικία κάπου στην Αθήνα

Πρώτος όροφος διαμέρισμα Α

Η πουτάνα η φοιτήτρια το έκανε σίγουρα. Μ’ εκδικείται η καριόλα που της βαράω τον τοίχο να χαμηλώσει τη μουσική. Μα την αστυνομία μωρή μαλάκω; Την αστυνομία για δυο σκαμπίλια και μια κλωτσιά στον κώλο; Έξω απ’ το χορό έχετε όλοι να πείτε μαλακισμένα. «Βίαιος κι επικίνδυνος ο πατέρας του διπλανού διαμερίσματος, βαράει τους δίδυμους γιους του»

Τα κακοποιώ λένε. Εγώ που δουλεύω όλη μέρα να μην τους λείψει τίποτα, να μην τους λένε στο σχολείο ότι τ’ Αλβανά φοράνε τρύπιες φόρμες. Εγώ που απ’ τον πατέρα μου τις έτρωγα με τη ζώνη. Τους βάρεσα εγώ με τη ζώνη; Να μην το λες λέει βλάκα το παιδί γιατί πληγώνεται. Μα όταν κάνει μαλακίες τι να του πω, να του χτυπήσω παλαμάκια μήπως; Όταν δε βγάζουν το σκασμό που γυρνάω στο σπίτι χίλια κομμάτια να βάλω λίγο φαί στο στόμα μου. Τι τους ζητάω γαμώ το κεφάλι τους, λίγη ησυχία τους ζητάω. Κι αυτοί όλο ζητάνε, τόσα σας δίνω ρε σκασμένα, παρ’ τε το πορτοφόλι μου κι άμε στο καλό.

Τι σας έχει λείψει ρε; Όχι πείτε τι σας έχει λείψει, δεν έχετε τάμπλετ, δεν έχετε ποδήλατα, τηλεόραση στο δωμάτιό σας ρε έχετε, εγώ κι η μάνα σας δεν έχουμε. Πρέπει να σας κανακεύω κιόλας από πάνω, ποιος με ρωτάει εμένα αν αντέχουν τα πόδια μου να τρέχω στα ποδόσφαιρα μαζί σας; Δε χωράει ρε το σπίτι να παίξουμε κρυφτό, τι σκατά σας το πήρα το τάμπλετ καθίστε στον καναπέ και βγάλτε το σκασμό.

Σας φροντίζω, δε σας φροντίζω; Τι άλλο θέλετε τέλος πάντων; Να τ’ αγγίζεις λέει η άλλη πρέπει τα παιδιά, να τους λες ότι τ’ αγαπάς. Τι να τ’ αγγίζω μωρή μαλάκω, γυμνάσιο θα πάνε, να μου βγούνε πούστηδες θες; Αυτοί τώρα πρέπει ν’ αρχίσουν να αγγίζουν τα κοριτσάκια, εγώ να τ’ αγγίζω; Και τι να τους πω ότι τους αγαπώ, δεν το ξέρουνε; Εμένα που δε μου το ‘λεγαν έπαθα τίποτα;

Πρώτος όροφος διαμέρισμα Β

Για πόσο ν’ αντέξει ακόμα χωρίς να του κάθομαι και για πόσο ακόμα να του λέω ότι θέλω χρόνο; Θα την κάνει κι αυτός, θα πάει να βρει το Γιάννη ν’ ανταλλάζουν εμπειρίες για την άρρωστη που έμπλεξαν. Χριστέ μου τι θα γίνει, δε θα το ξεπεράσω ποτέ, θέλω να γίνω σαν τους άλλους, θέλω τη μαμά μου. Θέλω τη μαμά μου!

Δε θέλω να ξαναπώ το ποίημα, δε θέλω να χρειάζεται να εξηγώ κάθε φορά απ’ το μηδέν σε κάποιον που είναι αδύνατον να καταλάβει, αδύνατον να νιώσει κι εδώ που τα λέμε δεν έχει κι υποχρέωση να το κάνει μα και να την είχε δεν έχει καν τη δυνατότητα. Βαριέμαι και βαρέθηκα να αιτιολογώ, να βλέπω οίκτο και συμπόνια, βαρέθηκα τις εξηγήσεις, τις τεχνικές, τις θεραπείες, τις ανάσες χαλάρωσης, βαρέθηκα τις ασκήσεις, τις προσομοιώσεις, τους πειραματισμούς, βαρέθηκα.

Βαρέθηκα τις φίλες και τις αφηγήσεις τους που τρέχουν να μαζέψουν μην πληγωθώ, μη νιώσω παράταιρη. Αφού δεν κάνει σεξ η Ελένη, δε μιλάμε για σεξ, σαν το σεξ να μην υπάρχει, σαν κανείς να μη γαμιέται. Κι έπειτα εκείνο το χυδαίο χάδι στον ώμο, η αγκαλιά, το «εδώ είμαι όποτε θες να μιλήσεις», το «έχω μια καλή θεραπεύτρια να σου συστήσω», το «βρήκα στο ίντερνετ ένα άρθρο για τον κολεόσπασμο, έλεγα να στο στείλω αλλά είπα να σε ρωτήσω πρώτα». Ναι στείλε μου κανένα άρθρο, δε φτάνουν τα 25384 που έχω ήδη διαβάσει. Θέλω τη μαμά μου!

Έλα ‘δω απέναντι ρε μαμά, έλα και πες μου πώς γίνεται να μην πήρες τίποτα χαμπάρι γαμώτο σου, πώς γίνεται να τον είχατε να μπαινοβγαίνει μες στο σπίτι; Έλα και πες μου πώς γίνεται ακόμα και τώρα 15 χρόνια μετά να μην έχεις καταλάβει τίποτα; Πες μου πώς γίνεται να κοιμάσαι τόσο ανάλαφρη. Δίδαξέ με ρε μάνα και μένα.

Δεύτερος όροφος διαμέρισμα Α

Θεέ μου σχώρα με που πάλι σκέφτηκα να του τραβήξω το σωληνάκι, σχώρα με, μα πρώτα χτύπα με, τιμώρησέ με, να πάρω κι άλλη τιμωρία, τιμωρία πιο μεγάλη που λυγίζω, που μικραίνω, που πληθαίνουν οι φορές που θέλω τόσο να φύγω, ν’ ανοίξω Θέε μου την πόρτα και να εξαφανιστώ, να στείλω ένα σημείωμα στην πρόνοια να ‘ρθει κάποιος να τον πάρει και ας πουν ότι πέθανα ότι με πάτησε ένα λεωφορείο, ας πουν ότι με ‘φαγαν τα σκυλιά και κανείς να μη με ψάξει.

Σχώρα με Θεέ μου που μετανιώνω ακόμα και γι’ αυτά που μια μάνα δεν της επιτρέπεται ποτέ να μετανιώνει. Που λέω ας γύρναγε ο χρόνος πίσω, ας ήμουν πάλι 20 χρονών, ας μην έλεγα ποτέ εκείνο της ντροπής το ναι, κι ας έφευγα, ας μορφωνόμουνα, ας μην τον παντρευόμουνα.

Σχώρα με για τις φορές που με φωνάζει και κάνω πως δεν ακούω, που προχθές του έδωσα διπλή δόση απ’ το υποτασικό του χάπι, να σωπάσει, να κοιμηθεί, να πάω μια βόλτα στο πάρκο, σαν τους αλήτες μες στη νύχτα με τη ρόμπα να κάθομαι και να κοιτώ ποιος ξέρει τι. Τις ζωές των άλλων, στα ξένα σπίτια και να ζηλεύω τόσο που να θέλω να μπω να τους την κλέψω όπως κλέψαν τη δική μου. Και θα τους την έκλεβα με τη βία Θεέ μου, με μια γκριμάτσα που όταν τη φορώ ούτε εγώ δε με γνωρίζω.

Δεύτερος όροφος διαμέρισμα Β

Μαλάκα σου είσαι ευτυχισμένος! Το συνειδητοποιείς; Κάτσε και ζησ’ το – σκάσε μια φορά ρε μην το αναλύεις. Σταμάτα. Σταμάτα. Σταμάτα μυαλό. Δύο επί πέντε δέκα, πρεμιέρα ο νέος james bond στους κινηματογράφους, μπες να διαβάσεις τι λέει ο Τιμογιαννάκης, λένε είναι καλό, να πάτε, να της πεις να πάτε. Όχι μαλάκα με τους κολλητούς θα πας. Έλεος ούτε δέκα δευτερόλεπτα δεν μπορείς να μην τη σκέφτεσαι άχρηστε.

Θα φτιάξω κατσικάκι στιφάδο σήμερα, να πάρω τη μάνα να μου δώσει συνταγη, μοσχοκάρυδο έχω; Δε λέει χωρίς μοσχοκάρυδο. Τι λες να εννοούσε χθες που είπε ότι της αρέσει που τσαλακώνεσαι; Μήπως της φάνηκες ανώριμος;

Προσπάθησε να θυμηθείς τι λέγατε όταν της τράβηξες την καρέκλα να καθίσει στο εστιατόριο, ένας διάλογος ουσίας παίχτηκε εκεί και τον έχασες – ηλίθιε, ηλίθιε είπαμε ότι δε θα σούρωνες πολύ, καλά να πάθεις τώρα που δε θυμάσαι.

Θυμάσαι εκείνη την Μαροκινή που ‘χες πάρει το 2015 στη Νάξο; «Πέτρο δε μ’ έχει ξαναγλείψει έτσι άντρας και δεν έχω γνωρίσει λίγους». Τα ίδια λέει μεγάλε κι η πιτσιρίκα στις φιλενάδες της, να το δεις. – Έλα μάνα, μπασμάτι ή νυχάκι στο στιφάδο;

Τρίτος όροφος διαμέρισμα Α

Αν μείνει στο στομάχι μου κανένα δεκάλεπτο πόσες θερμίδες προλαβαίνω να απορροφήσω; Καλύτερα να τη φάω ολόκληρη και να τη βγάλω όλη ή να φάω τη μισή και να μην τη βγάλω κι αύριο να περάσω όλη τη μέρα με νερά; Σκάλωσα άσχημα με το ότι μπορεί να πάθω ανακοπή την ώρα που βάζω δάκτυλο, εντάξει είπαμε να χάσουμε τα κιλά ναι, αλλά μην πεθάνουμε κιόλας. Με καρύδι και μέλι λογικά θα ‘ναι πιο ελαφριά απ’ ό,τι με σοκολάτα αλλά ρε διάολε αν είναι να μην τη χαρώ τότε ας μην την πάρω και καθόλου.

Έχω βαρεθεί ν’ αγοράζω γιαούρτια και να τ’ αφήνω να λήγουν στο ψυγείο όπως επίσης είναι και μεγάλη αμαρτία ν’ ανοιγω τα μπισκότα να τρώω δυο και να πετάω τ’ αλλα στην τουαλέτα όταν μπορώ με αυτά έστω να ταίσω τα περιστέρια ή βασικά θα μπορούσα να ταίσω τα περιστέρια αν δεν ανησυχούσα ότι θα ξυπνήσω μες στη νύχτα να τα φάω εγώ. Θα πάρω με σοκολάτα, θα φάω τη μισή, θα τη βγάλω και την άλλη μισή θα την αφήσω στο ψυγείο να γίνει σφουγγάρι να μην τρώγεται.

Τρίτος όροφος διαμέρισμα Β

Πρέπει να πας φαρμακείο να πάρεις ένα από εκείνα τα αφρόλουτρα τα άοσμα που καλύπτουν όλες τις άλλες μυρωδιές. Θα καρφωθείς κακομοίρα μου – κι άντε πες το μακιγιάζ το σβήνεις εύκολα που θα γυρίζει ο άλλος και θα μυρίζει επάνω σου τους κήπους της Βαβυλώνας πώς σκατά θα του το εξηγήσεις που ψεκάστηκες για να αράξεις να κάνεις τηλεδιάσκεψη μωρό του και γι’ αυτό δεν μπορούσες να πας στης μάνας του.

Βασικά μια καλή λύση είναι να τον αφήνεις να κοιμάται πρώτος και να ξαπλώνεις μετά εσύ. Ή βασικά όχι, υπάρχει καλύτερο, μπορείς να ψεκάσεις τα σεντόνια, ναι ρε συ, αυτό είναι, θα ψεκάσεις τα σεντόνια με το ίδιο, εκείνα μυρίζουν όχι εσύ, πολύ γαμάτο αυτό το νέο γαλάκτωμα αν σε ρωτήσει.

Ρετιρέ

Είμαι στ’ αλήθεια άραγε ψυχοπαθής που μου απευθύνομαι σε B και Γ ενικό; Ένας γκόμενος που κάποτε εκτιμούσα μου το ‘χε πει κι έκτοτε προβληματίζομαι ναι. Το χω παρατηρήσει, στο ντουζ μου μιλάω σε Β εκεί συνήθως θυμάμαι τα ερωτικά μου, είναι η φωνή της άλλης, της πιο έξυπνης από μένα που εκείνη την ώρα μου θυμίζει τις μαλακίες που έπραξα και τις επόμενες που καλό θα ‘ταν να αποφύγω. Στο τιμόνι μου μιλάω σε Γ, λες και δεν το πιστεύω ακόμα κι η ίδια ότι στάθηκα από πίσω του και τόλμησα να βγω στους δρόμους που το ‘χα παρκαρισμένο στο Γκύζη κανένα διβδόμαδο κι αν δεν ήταν εκείνος ο ταξιτζής, να τον έχει ο Θεός καλά, που είπε καθαρά τη λέξη «φόβος» να με πιάσουν πείσματα κι εγωπάθειες, εκεί θα ταν ακόμα το πεζοτάκι να το χέζουν τα πουλιά. Μετά μου μιλώ σε Α όπως τώρα κι όταν γράφω, κι είναι στ’ αλήθεια τρυφερό που μιλώ σε Α και για τους άλλους όταν γραφώ, σαν ν’ απλώνω βούτυρο βιτάμ στα χείλια μου και να τους γλείφω να πάρω τη γεύση τους, γράφω για σένα θα πει βουτώ και σε καταλαβαίνω – ή αυτό είναι το ψέμα που μας λέμε όσοι αυτολογιζόμαστε ως συγγραφείς. Λέξη βαριά βαλ’ της λίγη ενσυναίσθηση να σου πέσει ελαφρύτερη.

Κατερίνα Κεχαγιά
pillowfights

Related Posts